Οι Γυναίκες στην Ελληνική Επανάσταση
Home » Αφιερώματα  »  Οι Γυναίκες στην Ελληνική Επανάσταση
Οι Γυναίκες στην Ελληνική Επανάσταση

Στις σελίδες της ιστορίας του Αγώνα του 1821, η παρουσία των γυναικών είναι συχνά λιγότερο γνωστή, αλλά βαθιά ουσιαστική.

Ο μήνας Μάρτιος είναι συνδεδεμένος με την ιστορική μνήμη του Αγώνα του 1821. Μέσα σε αυτή τη μνήμη έχουν τη δική τους ξεχωριστή θέση και οι γυναίκες του Αγώνα - άλλες γνωστές από τα βιβλία της ιστορίας και άλλες ανώνυμες, που στάθηκαν δίπλα στους αγωνιστές στις δύσκολες ώρες της Επανάστασης.

Με αφορμή την 8η Μαρτίου – Ημέρα της Γυναίκας, φιλοξενούμε την ομιλία της Αικατερίνης Μπόνιου, Φιλολόγου – Ιστορικού, με θέμα «Οι γυναίκες στην Ελληνική Επανάσταση», η οποία παρουσιάστηκε παλαιότερα στην Πνευματική Στέγη του Μουσικοφιλολογικού Συλλόγου Άρτας «Ο Σκουφάς».

Μέσα από ιστορικές μαρτυρίες, επιστολές και αναφορές της εποχής, η ομιλία αναδεικνύει τον ρόλο των γυναικών στον Αγώνα: από τις καπετάνισσες και τις μορφές που έγραψαν ιστορία, μέχρι τις απλές γυναίκες του λαού που στήριξαν τον Αγώνα με τη δύναμη της ψυχής και την καθημερινή τους θυσία.

Το κείμενο δημοσιεύεται με την ευγενική παραχώρηση της συγγραφέως.

«Η Ελλάς ευγνωμονούσα»
πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη (19ος αι.)




ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Ομιλία της Φιλολόγου – Ιστορικού Αικατερίνης Μπόνιου
στην Πνευματική Στέγη του ΜΟΥΣΙΚΟΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΡΤΗΣ «Ο ΣΚΟΥΦΑΣ».


Η επέτειος του 1821, κορυφαία στο εθνικό μας εορτολόγιο, μας καλεί και φέτος να εκπληρώσουμε το διπλό μας χρέος: χρέος της καρδιάς και του νου. Μας καλεί να καταθέσουμε ευλαβικά την ευγνωμοσύνη μας στη μνήμη όλων εκείνων, γνωστών και αγνώστων ανδρών και γυναικών, που με το έργο τους και τη θυσία τους ξανάφεραν τον Ελληνισμό στο προσκήνιο της ιστορίας.

«Θεώρησα χρέος μου να μιλήσω σήμερα για την παρουσία του γυναικείου δυναμικού στην επαναστατική εκείνη περίοδο και να επισημάνω τη θέση και τον ρόλο της Ελληνίδας γυναίκας στις κρίσιμες μέρες του Αγώνα για την ελευθερία, την εθνική ταυτότητα και την αναβίωση του Ελληνισμού.»
Για τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους, μετά τη μακρόχρονη περίοδο της Τουρκοκρατίας, αγωνίστηκε και η γυναίκα όσο και ο άνδρας, άλλοτε συμπαραστέκοντάς τον και άλλοτε παίρνοντας αποφασιστική θέση και πρωτοβουλία η ίδια.
Στην ιστορική, όμως, αφήγηση, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, σπανίζουν οι γυναικείες μορφές και μάλιστα οι επώνυμες, εκείνες που θα ονομάζαμε «ηρωίδες» σε αναλογία προς τους «ήρωες». Οι γυναίκες ανήκουν στους σιωπηλούς δράστες της ιστορίας, των οποίων η φωνή δεν καταγράφεται και η δράση είναι σχεδόν αόρατη. Η ιστορία θεωρείται έργο «μεγάλων ανδρών», οι οποίοι ηγούνται των πολεμικών ανδραγαθημάτων και των πολιτικών πράξεων.
Η Ελληνική Επανάσταση δεν αποτελεί εξαίρεση. Λίγες είναι οι επώνυμες γυναίκες ηρωίδες και, όχι τυχαία, είναι οι ένοπλες γυναίκες, εφάμιλλες με τους άνδρες αγωνιστές. Ωστόσο πολλές είναι οι ανώνυμες που σφαγιάστηκαν, βασανίστηκαν και πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα. Ανώνυμες παρέμειναν και όσες επέλεξαν τον θάνατο και θυσιάστηκαν από αγάπη προς την ελευθερία.
Πολέμησαν τους κατακτητές με όπλα, ξύλα, δρεπάνια, πέτρες και βρήκαν ηρωικό θάνατο, γνωστές και άγνωστες στην ιστορία. Οι γυναίκες αυτές διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις της ηρωικής αλλά ταραγμένης εκείνης εποχής. Τίμησαν το φύλο τους δίνοντας μαθήματα φιλοπατρίας, αγωνιστικότητας, θάρρους και τόλμης, αυτοθυσίας και αυταπάρνησης. Ένδοξα παραδείγματα αποτελούν οι Σουλιώτισσες, οι Μεσολογγίτισσες, οι Μοραΐτισσες, οι Χιώτισσες, οι Ψαριανές, οι γυναίκες της Νάουσας.

«Η ήττα των Τούρκων στην Κλεισούρα του Σουλίου»
Πίνακας του Ντένις Ντίγκτον





Οι γυναίκες του Σουλίου, με επικεφαλής τη Μόσχω Τζαβέλλα και την περίφημη για τη γενναιότητά της Χάιδω Σέχου, ήταν οι πρώτες που πήραν μέρος στον Αγώνα, συμμετέχοντας σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις, αρχικά σε ρόλο βοηθητικό, στη συνέχεια όμως πολεμώντας με το σπαθί στο χέρι, ακόμη και με πέτρες. Και όταν η τιμή τους τέθηκε σε κίνδυνο, προτίμησαν να πεθάνουν από το να υποδουλωθούν.
Έτσι, όταν τα εκστρατευτικά σώματα του Αλή Πασά κατέστειλαν το κίνημα των Σουλιωτών τον Δεκέμβριο του 1803 και περικύκλωσαν τα εναπομείναντα γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει στην περιοχή του Ζαλόγγου, οι γυναίκες του Σουλίου, αντί να ζήσουν μια άθλια ζωή και να υποστούν ατίμωση ως αιχμάλωτες των εχθρών, ρίχτηκαν πάνω στα ίδια βράχια στα οποία κάποτε είχαν σταθεί όρθιες πετώντας πέτρες στα εχθρικά στρατεύματα, καλώντας με αυτόν τον τρόπο την ιστορία μάρτυρα στη θυσία τους.
Ο πρώτος που κατέγραψε το θρυλικό αυτό γεγονός ήταν ο Πρώσος περιηγητής και διπλωμάτης Ιάκωβος Μπαρτόλντυ, που έτυχε την εποχή εκείνη να βρίσκεται στα Γιάννενα. Η έστω και πολύ περιληπτική αναφορά του στο γεγονός κρίνεται περισσότερο αντικειμενική, με δεδομένο ότι δεν ήταν και τόσο ευνοϊκός προς τους Έλληνες. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να τονίσει τη γενναιότητα των Σουλιωτών, αλλά και την αγριότητα των στρατιωτικών τμημάτων του Αλή Πασά. Στην αναφορά του εκείνη σημειώνει:
«Καμιά εκατοστή απ’ αυτούς τους δυστυχισμένους είχαν αποτραβηχτεί βόρεια της Πρέβεζας στη Μονή του Ζαλόγγου, θεωρώντας ότι αυτή η τοποθεσία, πράγματι ισχυρή, θα μπορούσε να τους προσφέρει έναν νέο τόπο μόνιμης διαμονής. Όμως οι Τούρκοι τους επιτέθηκαν και η σφαγή που ακολούθησε υπήρξε φρικτή. Τριάντα εννέα γυναίκες γκρεμίστηκαν από τα βράχια με τα παιδιά τους που μερικά ακόμη βύζαιναν».
Ο δεύτερος που κατέγραψε το γεγονός, με περισσότερες λεπτομέρειες, ήταν ο Άγγλος στρατιωτικός, περιηγητής και αρχαιολόγος Μαρτίνος Ληκ, από πληροφορίες που συνέλεξε το 1805 ως αντιπρόσωπος της Αγγλίας στα Γιάννενα και τις οποίες συμπεριέλαβε στο σύγγραμμά του «Ταξίδια στη Βόρεια Ελλάδα».
Γράφει:
«…Μετά από μια σύντομη ανάπαυλα τα στρατεύματα του Βεζύρη παρήλασαν από το Σούλι στο Ζάλογγο. Οι Σουλιώτες είχαν τα απαραίτητα για δύο μέρες μόνο. Πολλές από τις γυναίκες, αναζητώντας απεγνωσμένα να δραπετεύσουν, περικυκλωμένες καθώς ήταν στην κορυφή του λόφου του Ζαλόγγου, θυσιάστηκαν μαζί με τα παιδιά τους, ρίχνοντάς τα στα βράχια και μετά πηδώντας και εκείνες».

«Ο ηρωισμός της Δέσπως» Υδατογραφία του Τσεζάρε Ντελ Άκουα

Το τραγικό γεγονός πέρασε στη σφαίρα του θρύλου, λαμβάνοντας μάλιστα ιδιαίτερες συγκινησιακές φορτίσεις και διαστάσεις θαυμασμού.
Οι ορδές όμως του Αλή Πασά δεν σταμάτησαν. Στράφηκαν στη Ρηνιάσα, ένα μικρό χωριό σε μια πετρώδη περιοχή. Εκεί είχαν καταφύγει 27 Σουλιώτικες οικογένειες αποτελούμενες κυρίως από γυναικόπαιδα. Η Ρηνιάσα δεν είχε ούτε άνδρες να παρατάξει ούτε τείχη να αντιτάξει. Όμως οι εχθρικές δυνάμεις βρήκαν αντίσταση, όχι βέβαια αρκετή για να τις αναχαιτίσει, αλλά ικανή για να σταθεί σύμβολο ηρωισμού στην ιστορία ενός υπόδουλου γένους, με ηρωίδα τη Δέσπω Σέχου – Μπότση.
Με τις θυγατέρες, τις νυφάδες και τα εγγόνια της κατέφυγε σε έναν παλιό πύργο που βρισκόταν στην άκρη του χωριού, τον πύργο του Δημουλά. Αρματώθηκαν, έφραξαν γερά τη σιδερόπορτα του πύργου και μετέτρεψαν τα παράθυρα σε πολεμίστρες. Όταν οι εχθροί μπήκαν στον αυλόγυρο και προσπάθησαν να ανέβουν στα πάνω δωμάτια για να τις πιάσουν ζωντανές, μια θεόρατη λάμψη και ένας τρομερός κρότος αντήχησε ολόγυρα. Τι είχε γίνει; Η Δέσπω σύναξε τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της, έριξε κάτω όσο μπαρούτι είχε απομείνει, έβαλε φωτιά και κάηκαν όλοι.
Η θυσία της ενέπνευσε ποιητές, συνθέτες και καλλιτέχνες. Η λαϊκή μούσα την αποθανάτισε με τα αδρότερα χρώματα.
Τον Απρίλιο του 1804, μετά από τετράμηνο αποκλεισμό, ένα νέο Ζάλογγο στήθηκε στο Μοναστήρι του Σέλτσου, στον νομό της Άρτας. Εκεί είχαν καταφύγει, τον Δεκέμβριο του 1803, οι οικογένειες των Μποτσαραίων που ήταν εγκατεστημένοι από το 1799 στο Βουργαρέλι.
Στις 21 Απριλίου του 1804 άρχισε η μεγάλη επίθεση των στρατευμάτων του Αλή Πασά. Αρχηγός των Σουλιωτισσών ήταν η δεκαεννιάχρονη Λένω Μπότσαρη, η κόρη του Κίτσου. Όταν οι εχθροί έφθασαν στην αυλή του μοναστηριού, μια μεγάλη ομάδα γυναικών με τα παιδιά τους κατέβηκαν από τα απότομα βράχια και κατευθύνθηκαν προς το Γεφύρι του Κοράκου για να περάσουν απέναντι στα Άγραφα. Η γέφυρα όμως είχε καταληφθεί από τους εχθρούς. Οι γυναίκες τότε ρίχτηκαν στα αφρισμένα νερά του Αχελώου μαζί με τα παιδιά τους.

Η μονή Σέλτσου

Ο ιστορικός Πουκεβίλ γράφει: «…Αἱ γυναῖκες μαχόμεναι φωνάζουν “θάνατος”. Ὑπερδιακόσιαι καὶ παιδιὰ πηδοῦν καὶ πνίγονται στὸν Ἀχελῶο…». Για το ίδιο γεγονός γράφει ο Περαιβός: «…ὅσαι δὲ προκατέλαβον τὰς ὄχθας τοῦ ποταμοῦ (ἦσαν ὑπὲρ τὰς ἑκατὸν ἑξήκοντα) ἀνοίξασαι τὰς ἀγκάλας ἐρρίφθησαν εἰς τὸν ποταμὸν αὐθορμήτως μετὰ τῶν φιλτάτων…»
Στον Αχελώο ρίχτηκε και η ηρωική Λένω Μπότσαρη. Αφού πολέμησε γενναία δίπλα στον θείο της Νίκηζα, έτρεξε στο ποτάμι και ρίχτηκε σε αυτό. Ένας Αρβανίτης μπήκε μέσα, της άπλωσε το όπλο του για να πιαστεί. Αυτή πάτησε τη σκανδάλη και τον σκότωσε. Ένας δεύτερος έπεσε στο ποτάμι για να την πιάσει. Με αυτόν πάλεψε και παρασέρνοντάς τον χάθηκαν μαζί στα κύματα του ποταμού. Πολλά δημοτικά τραγούδια εξύμνησαν τον ηρωισμό και την αυτοθυσία της.


Το παράδειγμα των Σουλιωτισσών ακολούθησαν μερικά χρόνια αργότερα οι γυναίκες της Νάουσας. Το 1822, κατά την πολιορκία και την καταστροφή της πόλης από τους Τούρκους, δεκατρείς Ναουσαίες με τα μωρά τους πήδηξαν από τον γκρεμό στα αφρισμένα νερά του ποταμού Αράπιτσα.
«Αλαφιασμένες δεκατρείς νέες κοπέλες και μανούλες με μωρά στην αγκαλιά, τρέχουν προς τις ακραίες συνοικίες της πόλης… Κοντεύουν στο γεφύρι της Αράπιτσας, ίσως προλάβουν να σωθούν. Μα από μακριά ακούγεται σάλαγος, κλαλοή, ξεκαθαρίζει ποδοβολητό αλόγων, φωνές και βρισιές… Η πρώτη κοπέλα πέφτει και ακολουθούν κι άλλη, κι άλλη, σφίγγοντας στον κόρφο τους τα βρέφη και ζητώντας συγχώρεση από αυτά…».

Η θυσία των γυναικών της Νάουσας

Αξιοθαύμαστο θάρρος έδειξαν και οι «ελεύθερες πολιορκημένες Μεσολογγίτισσες», οι οποίες σε όλη τη διάρκεια της μακράς πολιορκίας βοήθησαν με κάθε τρόπο στην άμυνα: μεταφορά υλικών για τα οχυρωματικά έργα, περίθαλψη των ασθενών και των τραυματιών. Όταν αποφασίστηκε η Έξοδος, ακολούθησαν πολλές γυναίκες με ανδρική ενδυμασία και με το σπαθί στο χέρι. Οι άοπλες μπήκαν στη μέση της φάλαγγας μαζί με τα παιδιά τους. Αυτές είχαν την ίδια τύχη με τους άνδρες της Εξόδου. Όσες γύρισαν στην πόλη, μετά τη σύγχυση που επικράτησε, αυτοκτόνησαν, σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν.

Από τις τόσες ηρωίδες του Μεσολογγίου λίγα ονόματα διέσωσε η ιστορία, όπως της Αλτάνας Ιγγλέζου, της Ελένης Στάικου και της Αλεφάντως.


Η Αλτάνα Ιγγλέζου υπήρξε σύζυγος του Ελβετού φιλέλληνα γιατρού Μάγερ, που ίδρυσε στο Μεσολόγγι το πρώτο φαρμακείο και την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά». Τον απασχολούσε η οργάνωση ενός νοσοκομείου για τους τραυματίες και αρρώστους αγωνιστές. Η Αλτάνα, για να τον βοηθήσει, μετέτρεψε σε νοσοκομείο το σπίτι τους και περιποιόταν η ίδια τους ασθενείς και τραυματίες. Υπήρξε η σύντροφος του Μάγερ σε όλες τις ενέργειές του και ονομάστηκε «Μάνα του Μεσολογγίου».
Ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες που πήραν μέρος στην Έξοδο ήταν και ο οπλαρχηγός Ζαχαράκης Στάικος με την κόρη του Ελένη. Η Ελένη ήταν τότε είκοσι ετών κοπέλα, όμορφη, ψηλή, αδύνατη, με μακριά ξανθά μαλλιά και μαύρα μάτια, σύμφωνα με πληροφορίες των απογόνων της οικογένειας. Στην Έξοδο ο πατέρας της σώθηκε ακρωτηριασμένος, ενώ η ίδια αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους. Για να αποφύγει την ατίμωση πήρε ένα πιρούνι και χτύπησε το ένα της μάτι. Δεν γλίτωσε όμως τα άγρια βασανιστήρια.

Η Ελένη Στάικου σε μεγάλη ηλικία

Όταν το 1829 το Μεσολόγγι απελευθερώθηκε, επέστρεψε και έζησε στην πόλη τυφλή από το ένα της μάτι. Το χρυσοκέντητο γιλέκο της, που φορούσε στην Έξοδο, πέρασε από γενιά σε γενιά και βρίσκεται σήμερα στο Ιστορικό Μουσείο της Ιερής Πόλης του Μεσολογγίου.

Το γιλέκο της στο Ιστορικό Μουσείο του Μεσολογγίου

Η Αλεφάντω, ντυμένη με ανδρική ενδυμασία, πολεμούσε η ίδια και συγχρόνως εμψύχωνε τους πολεμιστές. Κατά την Έξοδο συνελήφθη με τη μικρή της κόρη και οδηγήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου. Εκεί έζησε αρκετά μαρτυρικά χρόνια και δοκίμασε τη μεγαλύτερη πίκρα όταν η κόρη της αλλαξοπίστησε.

Η Αλεφάντω με την κόρη της στο Μεσολόγγι.
Είναι ντυμένη με ανδρική ενδυμασία.

Άφθονα στοιχεία της γυναικείας παρουσίας βρίσκει κανείς στον Μοριά και ιδιαίτερα στη Μάνη. Αυτόνομη και ελεύθερη αυτή η περιοχή, διεξήγαγε αδιάκοπους αγώνες για τη διατήρηση της αυτονομίας της, έχοντας πετύχει μια πολύ βελτιωμένη θέση της γυναίκας στην κοινωνική ζωή.


Οι Μανιάτισσες συνόδευαν τους άνδρες, πολεμούσαν μαζί τους και τσάκισαν τους στρατιώτες του Ιμπραήμ την κρίσιμη ώρα. Στη μάχη του Διρού, οι ατρόμητες αυτές γυναίκες, με τα σκουριασμένα δρεπάνια του θερισμού, με πέτρες και ξύλα, ταπείνωσαν τον αήττητο μέχρι τότε Ιμπραήμ.

Οι Μανιάτισσες στη μάχη του Διρού

Οι καπετάνισσες του Αγώνα

Η καπετάνισσα, η μάνα του Κολοκοτρώνη, είναι μια ξεχωριστή ιστορική μορφή του Μοριά, όπως και η ξακουστή Κωνσταντινιά, η αχώριστη σύντροφος και συμπολεμίστρια του καπετάν Ζαχαριά.

Ανάμεσα στις γυναίκες που ξεχώρισαν στις πολεμικές επιχειρήσεις ήταν η Σταυριάνα Σάββαινα, που καταγόταν από την περιοχή της Σπάρτης. Παντρεύτηκε τον Γιωργάκη Σάββα, τον οποίο απαγχόνισαν οι Τούρκοι τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης. Η ίδια οπλίστηκε και κατατάχθηκε στο σώμα του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στις μάχες του Βαλτετσίου και των Τρικόρφων.

Επί Καποδίστρια πολλοί αγωνιστές υπέβαλαν αιτήσεις και ζητούσαν να ληφθεί για αυτούς κάποια πρόνοια. Η Σταυριάνα στην αναφορά της έγραφε:

«Το στάδιον της πολεμικής δόξας είναι βέβαια διά τους άνδρας• όταν όμως είναι λόγος περί σωτηρίας της πατρίδας, όταν όλη σχεδόν η φύσις συντρέχει προς υπεράσπισίν της, αι γυναίκες της Ελλάδος έδειξαν πάντοτε ότι έχουν καρδία να κινδυνεύσουν συναγωνιζόμεναι ως οι άνδρες».

Ο Καποδίστριας της έδωσε χορηγία και έβαλε τα παιδιά της στο ορφανοτροφείο που μόλις είχε συσταθεί. Ο Όθωνας όμως την εγκατέλειψε και ζούσε από τις συνδρομές των οικογενειών των αγωνιστών. Όταν πέθανε, έκαναν έρανο στο Ναύπλιο για να την θάψουν.

Οι γυναίκες της Χίου, σύμφωνα με τους περιηγητές της εποχής, είχαν ευγενική συμπεριφορά, ιδιαίτερα απέναντι στους ξένους. Ήταν ωραίες και αβρές και απολάμβαναν μεγάλη ελευθερία. Μετά την καταστροφή του νησιού, η τύχη τους ήταν τραγική στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.

«Ελληνίδες σε σκλαβοπάζαρο»
(Ελαιογραφία του Γάλλου ζωγράφου Νταροντώ)


Ο Άγγλος πρόξενος στη Σμύρνη ανέφερε:
«…γυναίκες, κορίτσια και αγόρια πουλιόνταν κάθε μέρα στο παζάρι. Πολλά από αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα αυτοκτόνησαν κατά τη μεταφορά. Βλέπεις γυναίκες να μη δέχονται τροφή, παρόλο που μαστιγώνονται, για να πεθάνουν από την πείνα…».

Μια γυναίκα που κατάφερε να σωθεί ήταν η Μαρία Γλαράκη. Ο Πουκεβίλ τη θυμάται με άλλους Χίους πρόσφυγες στην Ύδρα, ενώ ο Βουτιέ αφηγείται τη διάσωσή της. Ήταν έγκυος όταν καταστράφηκε το νησί της. Περιπλανήθηκε ανάμεσα στους ερημικούς βράχους ώσπου λιποθύμησε από την κούραση και την αγωνία. Συνήλθε από τους πόνους της γέννας. Βρέθηκε αργότερα από ένα καράβι που ερευνούσε την περιοχή, αράζοντας τυχαία στο σημείο όπου βρισκόταν.

«Η φυγή από τη σφαγή» (πίνακας Ν. Γύζη)

Κατά την απόβαση των Τούρκων στα Ψαρά το 1824 έγινε αυτοανατίναξη μιας ομάδας αμυνομένων, με τη σύμφωνη γνώμη των γυναικών, όταν συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να αντισταθούν και ότι οι εχθροί ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν στην αρπαγή των γυναικών και των παιδιών.

Επίσης νέες γυναίκες έπεσαν στη θάλασσα για να μη συλληφθούν ζωντανές.

Η Δέσποινα Κανάρη έπεσε στη θάλασσα με τα τέσσερα παιδιά της, έγκυος ήδη στο πέμπτο, και σώθηκε κολυμπώντας, καθώς ήταν σκληραγωγημένη και δυνατή.

Θα ήταν μεγάλη παράλειψη αν δεν γινόταν αναφορά σε μία από τις ευγενέστερες μορφές του Εικοσιένα, στην Ελισάβετ Υψηλάντη, μητέρα των πρωτεργατών της Επανάστασης Αλεξάνδρου, Νικολάου, Γεωργίου και Δημητρίου.

Ήταν από τις πρώτες που μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία και ονομάστηκε «Πρωτομάνα των Φιλικών».

Επιστολή της Ελισάβετ Υψηλάντη προς τους τρεις κρατούμενους γιους της

Αλέξανδρο, Νικόλαο και Γεώργιο (11 Οκτωβρίου 1822)

«Πολυαγαπημένα μου παιδιά Αλέξανδρε, Γεώργιε και Νικόλαε!

Σας αγκαλιάζω μητρικά και σας δίνω την ευλογία μου μέσα από την ψυχή και όλη μου την καρδιά. Τα τρυφερά σας γράμματα της 22ας και 25ης Αυγούστου τα πήρα μαζί πριν από τέσσερις ημέρες και έτσι ηρέμησε η αναστατωμένη μου καρδιά με τη διαβεβαίωση της τόσο ποθητής υγείας σας.

Το πόση χαρά μου έδωσε το υπόλοιπο περιεχόμενο της επιστολής, αυτό μου είναι αδύνατο να σας το πω και να σας το περιγράψω. Αντιθέτως όμως η σκέψη ότι εσείς πρέπει να υποφέρετε τόσα πολλά από τη σκληρή μοίρα με λύπησε και με γέμισε ανησυχία, γιατί από τα λίγα που μου γράφετε καταλαβαίνω τον βαθμό της ανυπομονησίας και της ανάγκης σας.

Παρ’ όλα αυτά, αγαπημένα και ακριβά μου παιδιά, σε τέτοιες σκληρές περιστάσεις φανερώνεται η γενναιοφροσύνη του ανθρώπου και η πίστη του στον Θεό και τη θρησκεία του. Μέσα σε λίγο καιρό θα ιδείτε ότι η θεία πρόνοια και ευσπλαχνία θα σας λυτρώσει από τα δεινά που υποφέρετε και θα σας οδηγήσει στο μέλλον στον δρόμο της σωτηρίας.

Η μητρική μου καρδιά έχει αυτό το προαίσθημα και παρηγορείται μ’ αυτό όταν σκέπτεται σε ποια δύσκολη κατάσταση βρίσκεστε. Γιατί όσο περισσότερο γνωρίζω τα φιλάνθρωπα φρονήματα του φωτισμένου μας μονάρχη τόσο περισσότερο στηρίζω σε αυτά τις ελπίδες μου.

Γι’ αυτό και επεχείρησα πριν από λίγο να ενοχλήσω την Α. Μεγαλειότητα με μια ταπεινή μου αίτηση και ελπίζω ότι θα συγκινηθεί από τα δάκρυα μιας πονεμένης μητέρας.

Γι’ αυτό, πολυαγαπημένε μου υιέ Αλέξανδρε, επανέρχομαι πάλι σε αυτό: να μη μειωθεί το θάρρος και η υπομονή σου, αλλά σαν ένας άξιος απόγονος των προπατόρων σου να τρέφεις και τα ευγενή τους φρονήματα, για να μπορέσεις να διατηρείς την πολύτιμη υγεία σου και να παρηγορείς την πονεμένη σου μητέρα, που ζει μόνο και μόνο για να έχει την ευτυχία να σφίξει στην αγκαλιά της τα αγαπημένα της παιδιά και να δοξάζει το όνομα του Υψίστου που τα γλίτωσε από τους κινδύνους.

Αυτή είναι η μοναδική μου επιθυμία και κάθε ημέρα παρακαλώ τον φιλεύσπλαχνο Θεό να με αξιώσει να τη ζήσω.

Κι εμείς, δηλαδή όλη η οικογένεια, είμαστε — δόξα τω Θεώ — υγιείς. Ο καθένας μας σας φιλεί εγκάρδια και σας θυμάται αδιάκοπα. Η τρυφερή μητέρα αγκαλιάζει γι’ αυτό τον καθένα σας χωριστά και παρακαλεί να σας προστατεύει ο Θεός στην κατάσταση που βρίσκεστε και να σας λυτρώσει από τα δεινά του παρόντος.

Στέλνοντάς σας πολλούς μητρικούς εγκάρδιους χαιρετισμούς μένω (πάντοτε) η γεμάτη αγάπη, τρυφερή μητέρα
Ελισάβετ Υψηλάντη»

Δημοσιεύεται στο: Πολύχρονης Κ. Ενεπεκίδης, «Αλέξανδρος Υψηλάντης – Η αιχμαλωσία του εις την Αυστρία».

Έζησε την τραγωδία της φυλάκισης των τριών γιων της — Αλεξάνδρου, Γεωργίου και Νικολάου — μετά την αποτυχία της Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Ο Μέττερνιχ υποχρέωσε τους αδελφούς Υψηλάντη να επιβαρυνθούν οι ίδιοι τα έξοδα της αιχμαλωσίας τους, για να αποδυναμώσει οικονομικά την οικογένειά τους.

Η μητέρα τους φρόντιζε για τα έξοδα αυτά με πολύ κόπο, επειδή τα έσοδά της συνεχώς μειώνονταν.

Σε επιστολή της, στις 16 Ιουλίου 1822, γράφει:

«Εδώ και πολύν καιρό, παιδιά μου, προσπαθώ να μαζέψω μερικά δουκάτα για να σας τα στείλω, επειδή γνωρίζω πόσο πρέπει να υποφέρετε από έλλειψη χρημάτων. Με πολύ κόπο δανείστηκα 1000 δουκάτα και σας τα στέλνω».

Από τους τέσσερις γιους της, οι τρεις πέθαναν πριν από εκείνη. Ο Αλέξανδρος το 1828, ο Δημήτριος το 1832 και ο Νικόλαος το 1837. Η μητέρα Ελισάβετ έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της έχοντας χάσει την περιουσία της, μετά από τη δήμευσή της από τον Τσάρο. Πέθανε πάμπτωχη το 1866.

Υπήρξαν όμως και γυναίκες που κατόρθωσαν να υπερβούν τις προκαταλήψεις της ανδροκρατούμενης εποχής, να ξεφύγουν από το παρασκήνιο και να διακριθούν στη δημόσια ζωή διεκδικώντας πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις.

Η Σπετσιώτισσα Μπουμπουλίνα ήταν η δυναμική και αγέρωχη καπετάνισσα — ανεξάρτητη, πεισματάρα, διεκδικητική και πολλές φορές σκληρή.

Είχε πάρει από νωρίς τη ζωή στα χέρια της, μετά τον θάνατο και των δύο συζύγων της, και ο χαρακτήρας της σφυρηλατήθηκε στο ανδροκρατούμενο περιβάλλον του νησιού της.

Από τη γέννησή της ακόμη βίωσε δύσκολες εμπειρίες, όταν ο πατέρας της πέθανε φυλακισμένος στην Κωνσταντινούπολη για τη συμμετοχή του στα Ορλωφικά. Μεγάλωσε με αυτή τη θύμηση, που της ενέπνευσε φιλοπατρία και γενναιότητα.Μυήθηκε νωρίς στη Φιλική Εταιρεία και αφιερώθηκε από τότε στην υπόθεση της απελευθέρωσης της πατρίδας.

Ναυπήγησε τέσσερα πλοία — καθώς διέθετε μεγάλη περιουσία — με τα οποία πήρε μέρος στον Αγώνα.

Στο μεγαλύτερο πλοίο της, τον «Αγαμέμνονα», υψώθηκε η πρώτη επαναστατική σημαία στις 13 Μαρτίου 1821, δώδεκα ημέρες πριν από την επίσημη κήρυξη της Επανάστασης.

Η σημαία της απεικόνιζε έναν αετό με μια άγκυρα στο ένα πόδι και τον μυθικό φοίνικα που αναδύεται από τις φλόγες στο άλλο. Συμβόλιζε την αναγέννηση του Έθνους με τη βοήθεια της ναυτικής δύναμης που στη σημαία συμβολιζόταν με την άγκυρα.

Με την έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων, η ίδια ανέβηκε στον «Αγαμέμνονα» – ήταν τότε 50 χρόνων – και οι γιοι της στα άλλα.

Το πλοίο «Αγαμέμνων» έργο του Α. Μιλάνου


Πρωτοστάτησε στον θαλάσσιο αποκλεισμό του Ναυπλίου, εφόδιασε με τρόφιμα και πολεμοφόδια τους μαχητές του Άργους, μετείχε στον αποκλεισμό της Μονεμβασιάς, στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς και του Ναυπλίου, στις επιχειρήσεις κατά του Δράμαλη.

Το φιρμάνι (άδεια) κατασκευής του πλοίου

το χρηματοκιβώτιο του πλοίου «Αγαμέμνων»

    

Αυτή η δυναμική γυναίκα, που σύμφωνα με τον ιστορικό της εποχής Φιλήμονα «ενώπιον αυτής ο άνανδρος ησχύνετο και ο ανδρείος εθαύμαζε», σκοτώθηκε από ελληνικό βόλι στις 22 Μαΐου του 1825.

Η ρομαντική επαναστάτρια Μαντώ Μαυρογένους ζούσε στην Τεργέστη όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Μεγάλωσε σε ένα καλλιεργημένο περιβάλλον, επηρεασμένο από τον Διαφωτισμό. Οι ξένοι που τη γνώρισαν μιλούσαν για μια γυναίκα προικισμένη με έναν γλυκύτατο χαρακτήρα. Όταν όμως μιλάει για την ελευθερία της πατρίδας της φλογίζεται• η συζήτηση ζωντανεύει και τα λόγια της κυλάνε με μια φυσική ευγλωττία που σου κρατούν την ανάσα. Δε χορταίνεις να την ακούς.

Διακατεχόμενη από αστείρευτο πατριωτισμό και ενθουσιασμό, συνέδραμε από την αρχή τον Αγώνα προσφέροντας αφειδώς χρηματική βοήθεια. Η ίδια, επικεφαλής περίπου διακοσίων ανδρών, τους οποίους συντηρούσε με δικά της χρήματα, πήρε μέρος σε επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο τα δύο πρώτα έτη της Επανάστασης.

Συγχρόνως φρόντιζε πολλές οικογένειες αγωνιστών, ενώ προμήθευε με όπλα αρκετούς από αυτούς. Στις αναφορές της προς τη διοίκηση μνημόνευε όλες τις προσπάθειες που κατέβαλε για την αποστολή στρατιωτικών σωμάτων στην Πελοπόννησο, πάντοτε με δικά της έξοδα.

Επηρεασμένη από το φιλελληνικό πνεύμα που επικρατούσε στην Ευρώπη και την Αμερική, θεώρησε σκόπιμο να απευθυνθεί ως γυναίκα προς τις φιλελληνίδες της Γαλλίας και της Αγγλίας ζητώντας τη συνδρομή τους.

Στην επιστολή της προς τις Αγγλίδες, με ημερομηνία 12 Αυγούστου 1824, μεταξύ άλλων γράφει:

Η επιστολή - έκκληση της Μαντώς προς τις Αγγλίδες
(12 Αυγούστου 1824)

«Όχι μόνο η ελευθερία μας, αλλά και αυτή η ζωή μας εξαρτάται απ’ αυτόν τον πόλεμο.

Η παρούσα κρίση είναι για μας τρομερή και μας θέτει μπροστά στο δίλημμα: νίκη ή θάνατος. Ένα απ’ τα δυο: ή η Ελλάδα θα ξαναγεννηθεί, θα σηκωθεί περικαλλής και ακτινοβόλος υπό το εωθινό άστρο της ελευθερίας, ή τα τέκνα της απελπισμένα θα υποκύψουν κάτω από το βωμό της δόξας και θα χαθούν πάνω στην τέφρα των πατεράδων τους.

Μπροστά σ’ αυτή την απελπιστική κατάσταση είναι πολύ φυσικό να προσφύγουν στη συμπάθεια των ευγενών και φιλεύσπλαχνων ψυχών των χριστιανών όλου του κόσμου (…).

Δεν μας αρκεί, ευγενικές κυρίες, μόνο ο ενθουσιασμός. Οι αιώνες της τυραννίας μάς έχουν εξαντλήσει οικονομικώς. Ο ηρωισμός δεν ωφελεί όταν στερείται τα απαραίτητα οργανικά μέσα για να εκδηλωθεί: χρήμα, όπλα, πυρομαχικά, τροφή, ενδύματα.

Και αν τολμώ να επικαλεσθώ τη συμπάθειά σας, σκοπός μου είναι η εξασφάλιση ενός ασύλου για τα κατατρεγμένα γυναικόπαιδα στην Εύβοια, την οποία με τη μεσολάβησή σας θα βρίσκαμε τρόπο να επανακτήσουμε και να την αφιερώσουμε στη μνήμη των γυναικών της Αγγλίας (…)».

Δημοσιεύεται στο Κ. Ξηραδάκη, «Γυναίκες του ’21», σ. 298-299.

Την περίοδο που έγραφε στις φιλελληνίδες, η ίδια βρισκόταν σε πολύ δεινή οικονομική θέση. Προσφέροντας αφειδώς στον Αγώνα είχε ξοδέψει το μεγαλύτερο μέρος της πατρικής της περιουσίας. Τα πολύτιμα κοσμήματά της τα κατέθεσε στην επιτροπή του εράνου που έγινε στο Ναύπλιο μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου για την περίθαλψη των διασωθέντων.

Η απελευθέρωση τη βρήκε δοξασμένη αλλά πάμπτωχη.

Επιστολή της Μαντώς Μαυρογένους προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια
στην οποία περιγράφει τη δεινή οικονομική της κατάσταση

Μεγάλη ήταν η προσφορά και της θρακιώτισσας καπετάνισσας Δόμνας Βισβίζη.

Ο άνδρας της, Χατζή-Αντώνης Βισβίζης, ένθερμος πατριώτης, έλαβε μέρος στον ναυτικό Αγώνα με το καράβι του «Καλομοίρα». Στο πλοίο του επιβιβάστηκε η σύζυγός του Δόμνα μαζί με τα πέντε ανήλικα παιδιά τους.

Έτσι η απελευθέρωση αποτέλεσε οικογενειακή υπόθεση και όλη η οικογένεια συμμετείχε στους κινδύνους, ενώ οι παιδικές ψυχές διαποτίζονταν με την αγάπη για την πατρίδα και διδάσκονταν να αγωνίζονται για την ελευθερία της.

Ο καπετάν Βισβίζης έχασε τη ζωή του το 1822 στην πολιορκία του Ευρίπου. Από εκείνη τη στιγμή ανέλαβε η Δόμνα. Δεν άργησε να αποδειχθεί αντάξιά του, δείχνοντας απίστευτο θάρρος και ηρωισμό και αξιοποιώντας την πείρα που είχε αποκτήσει πολεμώντας δίπλα του.

Το μνημείο της Δόμνας και του Χατζή - Αντώνη Βισβίζη στην παραλιακή λεωφόρο της Αλεξανδρούπολης


Η δυναμική καπετάνισσα, χωρίς να προλάβει καν να πενθήσει τον άνδρα της, συνέχισε επί μια σχεδόν τριετία ξοδεύοντας όλη την περιουσία της για τον Αγώνα.

Χάρη στην τόλμη και τη γενναιότητά της, στη σύνεση και τη συγκροτημένη προσωπικότητά της, στον δυναμισμό και την επιβλητική παρουσία της, αναδείχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες γυναικείες μορφές της Επανάστασης.

Ενέπνεε εμπιστοσύνη και σεβασμό όχι μόνο στους ναύτες και τους συμπολεμιστές της αλλά και στους αρχηγούς του Αγώνα, οι οποίοι για την επίλυση των διαφορών τους επέλεγαν πολλές φορές το πλοίο της ως φιλικό και ουδέτερο έδαφος.

Όταν οι οικονομικοί της πόροι εξανεμίστηκαν, παραχώρησε το πλοίο της στην τοπική διοίκηση της Ύδρας, η οποία το μετέτρεψε σε πυρπολικό.

Η ένδοξη αυτή γυναίκα έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της πάμπτωχη, έχοντας προσφέρει τα πάντα στον Αγώνα χωρίς να εισπράξει απολύτως τίποτε.

Οι λόγιες γυναίκες της Επανάστασης

Εκτός από εκείνες που πήραν ενεργό μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, υπήρξαν και γυναίκες που ξεχώρισαν για το πνεύμα και την παιδεία τους.

Ανάμεσά τους ήταν η Ελισάβετ Μαρτινέγκου και η Ευανθία Καΐρη, δύο μορφές που εκπροσώπησαν τον πνευματικό κόσμο της εποχής.

Η πρώτη, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Ζακύνθου και γυναίκα μεγάλης μόρφωσης, έγραψε θεατρικά έργα, διαλόγους και μεταφράσεις. Επιθυμία της ήταν να συμμετάσχει ενεργά στον Αγώνα, όμως συνάντησε τη σκληρή αντίδραση της οικογένειάς της.

Στην αυτοβιογραφία της περιγράφει την είδηση της έναρξης της Επανάστασης:

«Εις τούτον τον καιρόν, δηλαδή τη 25 Μαρτίου 1821,
την ημέραν του Ευαγγελισμού, έρχεται ο ποτέ διδάσκαλός
μου Θεοδόσιος Δημώδης και μας κάμνει γνωστόν με πολλήν
του χαράν πως οι Γραικοί ανήγειραν τα όπλα εναντίον των
Οθωμανών, πως η Πάτρα και οι πλησίον της χώρες ήδη είχον
σείσει τον ζυγόν της σκλαβιάς και πως οι επίλοιπες χώρες,
κατά την συμφωνίαν ίσως, είχαν τότε καμωμένον το ίδιον,
αλλά, ως πλέον μακράν, ακόμη η είδησις δεν ήτον φθασμένη
εις την Ζάκυνθον. Ούτως είπεν ο μαύρος, διότι τέτοια ήτον η
φήμη, όπου παρευθύς έτρεξεν.
Εγώ εις τα λόγια του άκουσα το αίμα μου να ζεσταίνει,
επεθύμησα από καρδίας να ήθελεν ημπορώ να ζωστώ άρματα,
επεθύμησα από καρδίας να ήθελεν ημπορώ να τρέξω διά
να δώσω βοήθειαν εις ανθρώπους, όπου δι’ άλλο – καθώς
εφαίνετο – δεν επολεμούσαν, παρά διά θρησκείαν και διά
πατρίδα και διά εκείνην την ποθητήν ελευθερίαν, η οποία,
καλώς μεταχειριζομένη, συνηθά να προξενεί την αθανασίαν,
την δόξαν, την ευτυχίαν των λαών.
Επεθύμησα, είπα από καρδίας, αλλά εκοίταξα τους τοίχους
του σπιτιού, όπου με εκρατούσαν κλεισμένην, εκοίταξα τα
μακρά φορέματα της γυναικείας σκλαβίας και ενθυμήθηκα
πως είμαι γυναίκα, και περιπλέον γυναίκα Ζακυνθία, και
αναστέναξα• αλλά δεν έλειψα όμως από το να παρακαλέσω
τον Ουρανόν διά να ήθελε τους βοηθήσει να νικήσουν, και
τοιούτης λογής να αξιωθώ και εγώ η ταλαίπωρος να ιδώ εις
την Ελλάδα επιστρεμμένην την ελευθερίαν και, μαζί με αυτήν,
επιστρεμμένας εις τας καθέδρας τους τας σεμνάς Μούσας,
από τας οποίας η τυραννία των Τούρκων τόσον και τόσον
καιρόν τας εκρατούσε διωγμένας. (…) Ελισάβετ Μαρτινέγκου»

Η Ευανθία Καΐρη, η λογία της Επανάστασης, γεννήθηκε στην Άνδρο και διέθετε αξιόλογη για την εποχή της παιδεία. Από το καλοκαίρι του 1824 εγκαταστάθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου κοντά στον αδελφό της Δημήτριο, που ασχολείτο με το εμπόριο. Ήταν η περίοδος κατά την οποία συνέρρεαν πρόσφυγες κυνηγημένοι από διάφορα μέρη της Ελλάδας, λόγω της ουδέτερης στάσης που κράτησε το νησί στην αρχή της Επανάστασης.

Τα πρώτα χρόνια της έλευσής της στην Ερμούπολη συμπίπτουν με την κρίσιμη φάση του Αγώνα — εμφύλιοι πόλεμοι, εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Παράλληλα όμως οι αγώνες των Ελλήνων και οι καταστροφές των Τούρκων είχαν συμβάλει στη δημιουργία ενός φιλελληνικού κινήματος που επηρέαζε την κοινή γνώμη.

Η ίδια, έχοντας συγκροτήσει μια ολοκληρωμένη πνευματική προσωπικότητα, απηύθυνε μια δημόσια επιστολή-έκκληση προς τις φιλελληνίδες τον Απρίλιο του 1825.

Έγραφε:
«Φίλαι τῆς Ἑλλάδος,
Τίς ὅμως δὲν λέγομεν ἀπὸ τοὺς ὁμογενεῖς μας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους Τούρκους, ἤλπιζε νὰ ἴδῃ ποτέ ὑπὲρ τὰ ἑκατὸ ἐκατομμύρια Χριστιανῶν νὰ βλέπωσι μὲ ἀνήκουστον ἀδιαφορίαν, ὡς ἐκ ῥωμαϊκοῦ ἀμφιθεάτρου, ὅλα τὰ τουρκικὰ ἔθνη σύμφωνα καὶ σύμμαχα νὰ ὁρμῶσιν ἐναντίον ὀλίγων Χριστιανῶν μὲ τὸ πῦρ καὶ μὲ τὸν σίδηρον εἰς τὰς χεῖρας διὰ νὰ τοὺς ἐξαλείψωσι; Πλὴν τίς δὲν ἀδημονεῖ βλέπων πολλοὺς Εὐρωπαίους, ἀντὶ ἀδιαφόρων καὶ οὐδετέρων θεατῶν, συμβουλεύοντας μάλιστα τοὺς Τούρκους, βοηθοῦντας τοὺς Τούρκους, προφθάνοντας τὰ πολιορκούμενα ἀπὸ ἡμᾶς καὶ κινδυνεύοντα κάστρα, ἐνῶ μάλιστα κατασφάζουσι τοὺς εἰς αὐτὰ ἀθώους ἀδελφούς μας οἱ θηριώδεις ἐχθροί μας…»

Η έκκληση αυτή, με τη σκληρή γλώσσα και το έντονα καταγγελτικό ύφος, είχε μεγάλη ανταπόκριση, όπως διαπιστώνεται από τις απαντήσεις συμπαράστασης και τις αποστολές βοήθειας πολλών γυναικών της Ευρώπης και της Αμερικής, οι οποίες κινητοποιήθηκαν.

Το 1826 η πτώση του Μεσολογγίου, ο ηρωισμός των κατοίκων και οι απερίγραπτες συνθήκες που έζησαν τους τελευταίους μήνες της πολιορκίας, καθώς και το μαρτυρικό τέλος τους, δεν άφησαν ανεπηρέαστη την 27χρονη Ευανθία, η οποία θέλοντας να καταθέσει τη δική της συμβολή συνέθεσε ένα τρίπρακτο δράμα με τίτλο «Νικήρατος», αφιερωμένο στις θυσιασθείσες Μεσολογγίτισσες, το οποίο τυπώθηκε τον ίδιο χρόνο στο Ναύπλιο.

Εξώφυλλο από το τυπωθέν θεατρικό έργο
της Ευανθίας Καΐρη

Η υπογραφή της Ευανθίας Καΐρη

                                                         

Ο πρωταγωνιστής «Νικήρατος» είναι ο Μεσολογγίτης Χρήστος Καψάλης, ο οποίος τη νύχτα της ηρωικής Εξόδου ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη όπου είχαν καταφύγει ασθενείς και γυναικόπαιδα.

Από μετριοφροσύνη το εξέδωσε ανώνυμα• στο εξώφυλλο αναγραφόταν:
«υπό Ελληνίδος τινός συντεθέν».

Με τα έργα της εκδήλωσε δημόσια τα πατριωτικά της αισθήματα και αγωνίστηκε με τον δικό της τρόπο για την Επανάσταση. Δεν αγωνίστηκε στα πεδία των μαχών, αλλά με τη γραφίδα της έδωσε το δικό της παρόν στην αγωνιζόμενη πατρίδα της, διαμαρτυρόμενη για την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων στις οδύνες των συμπατριωτών της.

Κοντά σε αυτές τις γυναίκες που η ιστορία διατήρησε τα ονόματά τους, υπήρξε ένα ανώνυμο πλήθος: οι γυναίκες του απλού λαού που ζούσαν κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.

Ο Αμερικανός φιλέλληνας γιατρός Σάμιουελ Χάου, ο οποίος ήρθε στην Ελλάδα στις αρχές του 1825 και πολέμησε δίπλα στους επαναστατημένους Έλληνες, μετέφερε στα απομνημονεύματά του μια χαρακτηριστική εικόνα για τις Ελληνίδες του απλού λαού κατά την περίοδο της Επανάστασης:

«Οι γυναίκες του λαού εργάζονται ταχύτατα. Μεταφέρουν με βαρέλια το νερό από τις βρύσες, μαζεύουν ξύλα από το δάσος και εν γένει κάνουν κάθε εργασία. Τα φορτία που μεταφέρουν στους ώμους τους είναι πολλάκις τεράστια.

Συνάντησα πολλές φορές γυναίκες να κρατούν το νεογνό τους στα χέρια και να φέρνουν στους ώμους φορτίο με ξύλα, που εγώ δεν θα μπορούσα να τα βαστάξω.

Όσον αφορά τη μόρφωση, σπάνια έτυχε να συναντήσω γυναίκα που να ξέρει να γράφει ή να διαβάζει».

Από αυτές όμως τις γυναίκες γεννήθηκαν και γαλουχήθηκαν οι άνδρες του Εικοσιένα που πολέμησαν κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας τους.

Κυρίες και κύριοι,

Οι γυναίκες που πολέμησαν ηρωικά για την ελευθερία τους και την ελευθερία του τόπου τους στην πρώτη γραμμή της μάχης, οι γυναίκες που θυσιάστηκαν και αναδείχθηκαν σε σύμβολα αδούλωτου φρονήματος, οι γυναίκες που δε σταμάτησαν ποτέ να συνδράμουν ψυχικά και ηθικά τους άνδρες και τους γιους τους, που περιέθαλψαν τις πληγές των τραυματισμένων πολεμιστών, ουδέποτε αξίωσαν τίτλους ή τιμές.

Και αυτό είναι η ουσιωδέστερη προσφορά τους στις κατοπινές γενιές.

Θα ήθελα να κλείσω την ομιλία μου με τη μαρτυρία του Γάλλου ιστορικού Μπλεκάρη:

«Στις Ελληνίδες οφείλεται ιδιαίτερη προσοχή και εκτίμηση. Κατά τον ιερό αγώνα της Ανεξαρτησίας ατρόμητες, όπως οι άνδρες, ρίχτηκαν στην πάλη, χωρίς καν να αποβλέπουν, όπως εκείνοι, στη δόξα. Ζήτησαν την αμοιβή τους στις ταλαιπωρίες, με την πεποίθηση πως θυσιάζονται για ό,τι είχαν προσφιλές.

Ο Μιαούλης, ο Καραϊσκάκης, ο Κανάρης και τόσοι άλλοι ήρωες του ένδοξου αγώνα είχαν εφάμιλλες τη Μόσχω, τη Δέσπω, την Μπουμπουλίνα, την Κωνσταντίνα Ζαχαριά, τη Μαντώ Μαυρογένους.

Οι γενναίες αυτές γυναίκες αγωνίσθηκαν με ανδρεία και ηρωισμό για την πατρίδα τους και έλαβαν το στεφάνι της δόξας ή τη δάφνη του μαρτυρίου και τον ένδοξο θάνατο».

Σας ευχαριστώ


Πηγές και Βιβλιογραφία

  1. Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770–1871, Ελληνικά Γράμματα, 2003.
  2. Με την πένα σπαθί, εκδόσεις Πατάκη.
  3. Νικολάου-Σμοκοβίτη Λίτσα, Η συμβολή της γυναίκας στην Ελληνική Επανάσταση.
  4. Οικονόμου Ναπολέων, Ο χαλασμός των Μποτσαραίων στο Σέλτσο, Αθήνα, 2009.
  5. Σχισμένος Αριστείδης, Το ολοκαύτωμα των Σουλιωτών στο Σέλτσο, Αθήνα, 2004.
  6. Πρασσά Ανίτα, Οι αγωνίστριες του ’21, εκδόσεις Περισκόπιο.
  7. Κούκου Ελένη, Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος, ο φίλος των Ελλήνων, Αθήναι, 1963.
  8. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΒ.
  9. Σπυρομίλιος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), Αθήναι, 1926.
  10. Τσούλιος – Χατζής, Ιστορικόν λεύκωμα της Ελληνικής Επαναστάσεως, Μέλισσα, Αθήνα, 1970.


Σημείωση δημοσίευσης

Συγγραφή
Αικατερίνη Μπόνιου, Φιλόλογος – Ιστορικός

Scroll to Top