Τοπική ποίηση

 

ΤΟΠΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
 
 
Από τη περιοχή δεν έλειψε και η τοπική ποίηση. Παρουσιάζουμε εδώ τρία ποιήματα, από τα πολλά που έγραψε ένας ντόπιος ποιητής από τη Μεγαλόχαρη, ο μπαρμπα-Λάζος ο Τόλης.
 


Το πρώτο ποίημα αναφέρεται σ’ ένα περιστατικό που έγινε στο χωριό Μεγαλόχαρη.
 

 

 

« Και ο Αποστόλης ο καημένος

και το αλέτρη φορτομένος

 
 

πήγε εκή δια να ζέψη

 
και του έσπασε το αλέτρη

 

 

αμέσως τρέχει στις Καργιές *

 

(*=συνοικισμός του χωριού Μεγαλόχαρη)

 

δια να βρή παρηγοριές.

 
-Καλημέρα Θανασάκη

 

 
ήμε όλο χολή φαρμάκη
ο Θανάσης τρομαγμένος
και ρωτάη απελπισμένος

-Αποστολη ήσε καλά

 
μου πληγόνης την καρδιά

-πήγα να κάνο χωραφάκη

 

και έσπασα το αλετράκη.

 

-αφτό δεν είναι σοβαρό

 
αλέτρη θα σου δόσο εγό

 

 

και το αρπάζει αγκαλιά

 

έπιασε τη δημοσιά

 

με χαρά και με δροσιά

 

έπιασε τη δημοσιά

 
έφτασε στη χωραφιά

 

 
και ο Γληγόρης περιμένη

 

 

και ασήνη τι θα γένη

 

τώρα που ήρθες θα χαρώ

 
το έμαθη και το χωριό   ».

 

 

 

Το δεύτερο ποίημα αναφέρεται στην ξενιτιά. Ο ίδιος ο μπαρμπα Λάζος είχε μερικά από τα παιδιά του στην ξενιτιά.

 

 

« Καλός το γραματάκι μου, που ήρθε από τα ξένα

 

καλά χαμπέρια να μου πή παριγοριά σε μένα

 

μα η ψηχή χάρικε δε ξέρο τη να κάνο

 

όταν ήστανε μικρά σας ήχα εδό μοντά μου

 

αναπαβμένος ήμονα και χάρικε η καρδιά μου

 

τη φτόχια την γλεντούσαμε μαζή με τα παιδιά μου

 

η ξενιτιά σας χέρετε εσάς και τα πεδιά σας

 

και εμένα η καρδούλα μου δε λήπη από κοντά σας

 
 

έφχομε ολόψιχα ετούτη τη χρονιά καλά να την περάσετε μαζή με τα

παιδιά εφτιχισμένη η χρονιά με αγάπη και χαρά

 

μη με ξεχάσετε και εμένα ήμε πατέρας με πεδιά

 

εμένα τα χρόνια πέρασαν θα πιάσω την καλή

 

τα χρόνια ήνε δύσκολα σε τούτη τη ζωή

 

πάλη θα θιμεθίτε την όμορφη Ελάδα

 

να ξαναγερίσετε για καθαρόν αέρα

 

την πατρίδα την γλυκιά και την αγαπιμένη

 

ποτέ μη την ξεχάσετε γιατή ήνε στολισμένη

 

τον καθαρό της ουρανό και την πρασινάδα

 

αφτό ήνε και το χάρισμα που έχει η Ελάδα

 

έχη τον ίλιο καθαρό και καθαρή λιακάδα

 

και πάλη μη ξεχάσετε την όμορφη Ελάδα ».

 

 

 

 
Το τρίτο ποίημα αναφέρεται στο ιστορικό Μοναστήρι της Γεννήσεως της Θεοτόκου στο χωριό Μεγαλόχαρη.

Σύμφωνα με την παράδοση το έκτισαν άνθρωποι που ήρθαν από μια περιοχή του Σουλίου. Το ποίημα αναφέρεται σε αυτό το γεγονός και στο πανηγύρι που γίνεται κάθε χρόνο στις 8 Σεπτεμβρίου στην αυλή του Μοναστηριού.

 

 

« Από το Σούλη ξεκινήσανε τα ζώα φορτομένα

 

σηνοδηγούς τους έχουνε, αφτά ήνε και γραμένα

 

μηρόνηκτα βαδίσανε στον προορησμό να φτάσουν

 

όπου θα σταματήσονε το μοναστήρη να φκιάξουν

 

η Χάρη τους οδήγησε στη Μπότση δια να φτάσουν

 

στα Αμπέλια να κατέβονη το μοναστήρη να φκιάξουν

 

πολλές εώνες πέρασαν από εκήνη τη γενεά

 

αφτή ήτανε ορθόδοξη και με καλή καρδιά

 

το μοναστήρη φκιάξανε και την εκλησία

 

στον τήχο αγηογραφησαν και τη Παναγία

 

πολλές φηλές που πέρασαν στον άιον τον τόπον

 

και πάλη εμής τον έχομε με αγάπη και με πόθον

 

αρχαία ήνε εκλησία και το μοναστήρη

 

και μετά από αφτά πολλά θα έχουν γήνη

 

αφτά ήθελα να πό χωρηανή και φήλη

 

να το συνεχήσομε αφτό το πανεγήρη

 

θα βοηθήση ο Χρηστός και η Παναγία

 

θα μας δόση τα αγαθά και την εφτηχία

 

γηά σας χωρηανή, συγκενής και φήλη

 

ποτές μη το ξεχάσουμε αφτό το πανεγήρη

 

αφτή ήνε η Παναγία και θαμβατοργή

 

και να την προσκυνάμη με την καλή ψηχή ».

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ