Γέννηση

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΓΕΝΝΗΣΗ – ΦΥΛΑΧΤΑ- ΒΑΣΚΑΝΙΑ

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑΤΑ – ΒΑΦΤΙΣΗ

 

Παλιά οι γυναίκες γεννούσαν στα σπίτια τους. Υπάρχουν και περιπτώσεις που γεννήθηκαν παιδιά στα χωράφια γιατί οι έγκυες δούλευαν μέχρι την τελευταία ώρα. Γεννούσαν οι γυναίκες με την βοήθεια της πρακτικής μαμής. Αυτή ήταν ηλικιωμένη γυναίκα και ήξερε όλα τα σχετικά με τη γέννα. Όταν έρχονταν η ώρα καλούσαν τη μαμή στο σπίτι. Αυτή μαζί με την πεθερά , μερικές συγγένισσες και γειτόνισσες βοηθούσαν την ετοιμόγεννη γυναίκα.

Η Δημητρούλα Λιάπη
Είχε το ρόλο της πρακτικής μαμής στη Μεγαλόχαρη
 
 
Μετά τη γέννηση του μωρού έκοβαν τον ομφαλό του κι εκεί έριχναν τη σκόνη από μάλλινο ύφασμα, αφού πρώτα το έκαιγαν για να μη μολυνθεί το παιδί. Οι κούνιες τότε ήταν πολύ σπάνιες. Αντί για αυτές χρησιμοποιούσαν τις «σαρμανίτσες». Εκεί έβαζαν το παιδί να κοιμηθεί. Τη λεχώνα την επισκέπτονταν τις επόμενες μέρες οι συγγένισσες της και της πήγαιναν δώρα όπως πίτες, κρασί ή τηγανίτες.
 
Η λεχώνα δεν πήγαινε σε ξένα σπίτια για σαράντα μέρες, φόραγε μαύρο μαντήλι και σκούρα ρούχα και δεν έβγαινε από το σπίτι μετά το ηλιοβασίλεμα. Τα ρούχα του μωρού δεν τα άφηναν έξω τη νύχτα. Εκείνο που πρόσεχαν όλοι στο σπίτι ήταν να μη πάθει κακό το μικρό παιδί.
Για να το προφυλάξουν του κρεμούσαν φυλαχτά. Μερικά από αυτά ήταν:
 
  • Κρεμούσαν στο στήθος του ένα μικρό κομματάκι ύφασμα μέσα στο οποίο ήταν τυλιγμένο θυμίαμα, αλάτι και σκόρδο.
  • Κρεμούσαν στη σαρμανίτσα λιβάνι, αλάτι, μονόλοβο σκόρδο ή κλωναράκια από έλατα.
  • Για φυλαχτά ακόμη χρησιμοποιούσαν δόντια από αγριογούρουνο ή δέρμα από ασβό.



Ο μεγάλος κίνδυνος ήταν πάντα το «κακό μάτι», «το βάσκαμα». Πίστευαν ότι τα μωρά έπαιρναν εύκολα το βάσκαμα και γι αυτό είχαν αρκετούς τρόπους για να το διώχνουν. Αυτούς τους τρόπους τους ήξεραν οι « ξεματιάστρες» συνήθως γυναίκες ηλικιωμένες.

Είδη ξεματιάσματος ήταν:

  • Αν έβλεπε το μωρό κάποιος που θεωρούνταν ότι έχει κακό μάτι, όταν έφευγε έπαιρναν χώμα από την πατημασιά του για να σταυρώσουν το παιδί.
  • Άλλες φορές έπαιρναν επτά ή εννιά κάρβουνα και στο καθένα έδιναν το όνομα ενός ανθρώπου που είχε δει το παιδί. Αυτά τα έριχναν σε ένα ποτήρι γεμάτο νερό. Αν ένα κάρβουνο έμενε στον πάτο του ποτηριού, το παιδί ήταν ματιασμένο. Του έδιναν τότε να πιει από τρεις μεριές του ποτηριού, το ράντιζαν και το υπόλοιπο νερό το έριχναν στις κότες ή το σκύλο για να πάει σ’ αυτό το κακό μάτι.
  • Άλλος τρόπος ήταν με το κουτάλι. Σε ένα ξύλινο κουτάλι έγραφαν το όνομα του Χριστού ή της Παναγίας και τα ονόματα επτά ή εννιά ανθρώπων. Έριχναν νερό στο κουτάλι λέγοντας συγχρόνως ορισμένα λόγια και πότιζαν το παιδί τρεις φορές.
  • Σε άλλα σπίτια ξεμάτιαζαν με ένα Σταυρό. Έριχναν ένα μικρό σταυρό σε ένα πιάτο που ήταν γεμάτο με νερό. Αν σχηματίζονταν φυσαλίδες το παιδί ήταν ματιασμένο. Με το νερό αυτό του έπλεναν το πρόσωπο τρία πρωινά.
  • Ο πιο συνηθισμένος τρόπος ήταν με το αλάτι. Έπαιρναν λίγο αλάτι στο χέρι και σταύρωναν το παιδί λέγοντας κάποια λόγια. Έριχναν μετά λίγο απ’ το αλάτι σε ένα ποτήρι με νερό, ράντιζαν το μωρό και του έδιναν να πιει. Το υπόλοιπο αλάτι το έριχναν στη φωτιά.

Τα λόγια που έλεγαν οι ξεματιάστρες δεν τα μαρτυρούσαν ποτέ παρά μόνο όταν πλησίαζε η ώρα να πεθάνουν. Τότε τα έλεγαν σε κάποια συγγένισσά τους για να ξεματιάζει αυτή.


Εκεί που φαίνεται η αγάπη της μάνας για το μωρό της είναι στα νανουρίσματα:

 
 
1ο
 
« Χήνα μ’ άπλωσε τα φτερά

να πλύνω του παιδιού μου,

αϊτέ μου τα φτερούγια σου

ν’απλώσω τ’αγοριού μου.

Και συ αηδόνι μου χρυσό

στην κούνια να καθίσεις

με τη γλυκιά σου τη φωνή

να μου το νανουρίσεις.

Κι όταν το δεις να κοιμηθεί,

τα μάτια του να κλείσει,

τρέξε τον ύπνο φώναξε

να μου το σεργιανίσει ».
 
 
 
2ο
 
« Νάνι νάνι νάνι νάνι

κι όπου το πονεί να γιάνει

νάνι νάνι και σπαργάνι

κι χλωρό τυρί στη στάνη ».
 
 
 
3ο
 
« Νάνι νάνι το μωρό μου

νάνι νάνι το χρυσό μου.

Ώσπου να’ ρθει η μάνα του

απ’ τα ξύλα ,το νερό

κι απ΄ τον Άσπρο ποταμό

να του φέρει λουλουδάκια και μοσχογαριφαλάκια.

Έλα ύπνε απ’ τα βουνά

Κι απ’ τα κρύα τα νερά,

έλα ύπνε απ’ το κλαράκι

να υπνώσεις το παιδάκι.

Έλα ύπνε ύπνωσέ το

Παναγιά μου φύλαξέ το ».
 
 
 
4ο
 
« Έλα ύπνε και πάρε το

πάνω στα περιβόλια

και γέμισε τους κόρφους του

τριαντάφυλλα και ρόδια.

Τα ρόδια θα ’ναι της μάνας του

και τ’ άνθη του κυρού του

Και τα χρυσά τριαντάφυλλα

θα ’ναι του νουνού του » .
 
 
 
5ο
 
« Έλα ύπνε ύπνωσέ το

και Χριστέ μου φύλαξέ το.

Έφεξε η Ανατολή

κούνα Χάιδω μ’ το παιδί.

Έφεξε κι έρχεται η δύση

κούνα το να μη ξυπνήσει ».
 
 
 
6ο
 
« Νάνι νάνι το μωρό μου

νάνι νάνι το χρυσό μου.

Έλα ύπνε απ’ τα κλαράκια

που υπνώνει τα παιδάκια.

Έλα ύπνε απ’ τις κορομηλούλες

να υπνώνεις τις κοπελούλες».
 
 
 
7ο
 
« Η κοπέλα μ’ η δασκάλα

κι ο γαμπρός κάτω  απ’ τη σκάλα.

Το κορίτσι μ’ τρώει ρύζι

κι ο γαμπρός το τριγυρίζει.

Το κορίτσι μ’ τρώει λάδι

κι ο γαμπρός χαμογελάει ».
 
 
 
 

Όταν το παιδί έφτανε στην ηλικία που έπρεπε να βαφτιστεί οι γονείς ειδοποιούσαν το νουνό και τη νουνά. Πάντα το πρώτο παιδί του ζευγαριού το βάφτιζαν αυτοί που είχαν στεφανώσει και τους γονείς του. Η βάφτιση γινόταν ή στην εκκλησία του χωριού ή στο σπίτι. Υπάρχει ένα στιχάκι σχετικό μ’ αυτή:

«ο κουμπάρος κι η κουμπάρα

κάθονταν μαζί αντάμα,

το παιδί για να βαφτίσουν

και για να το σεργιανίσουν».

 

 

Το παιδί αν ήταν αγόρι έπαιρνε το όνομα του παππού του, ενώ το κορίτσι της γιαγιάς του, πολλές φορές όμως ο νουνός ή η νουνά, έδιναν στο παιδί όποιο όνομα ήθελαν  αυτοί.

Η μάνα του παιδιού δεν παρευρίσκονταν στη βάφτιση. Όταν ο νουνός χάριζε το όνομα στο μωρό ένα παιδί έτρεχε να της το ανακοινώσει. Η μάνα του έδινε τότε ένα νόμισμα για τη χαρούμενη είδηση. Ο νουνός χάριζε στο μωρό ένα Σταυρό και ένα πουκάμισο άσπρο. Το παιδί έτρεφε γι’ αυτόν αγάπη και σεβασμό που κρατούσαν για όλη του τη ζωή.