Θάνατος - Μοιρολόγια

 


ΘΑΝΑΤΟΣ - ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ


Όταν πέθαινε κάποιος όλο το χωριό συμμετείχε στο πένθος. Οι άντρες φορώντας μια μαύρη κορδέλα στο μανίκι και οι γυναίκες φορώντας μαύρα ρούχα πήγαιναν στο πονεμένο σπίτι.
Στη μέση ενός δωματίου ήταν το φέρετρο με τον νεκρό και γύρω του οι στενοί συγγενείς του. Ο νεκρός ήταν σκεπασμένος με λουλούδια και κλαράκια από δέντρα.

Πολλές φορές έβαζαν στο φέρετρο και πράγματα που είχε αγαπήσει στη ζωή του όπως το ρολόι του ή το κομπολόι του.

Οι συζητήσεις στο πένθιμο σπίτι γίνονταν σε χαμηλό τόνο. Δυνατά ακούγονταν μόνο τα μοιρολόγια. Αυτά τα έλεγαν μόνο οι «μοιρολογίστρες». Άλλα τα ήξεραν και άλλα τα επινοούσαν εκείνη τη στιγμή. Αυτά ήταν σχετικά με την ηλικία του νεκρού, την οικογενειακή του κατάσταση και την κοινωνική του θέση. Μερικά από αυτά είναι τα παρακάτω:


1ο

« Έχω τον πόνο στην καρδιά

το βάσανο στα χείλη.

Δεν έχω τίνος να το πω

και να το μολογήσω.

Θα γράψω γράμμα και γραφή

στη μάνα μ’ και στην αδερφή,

να το διαβάσ’ η μάνα μου

ν’ ακούσ’ η αδερφή μου

να κλάψουν και οι δυο μαζί.

Να κλάψουνε και τα βουνά

να κλάψουν και οι κάμποι.

Να σας το πω άσπρα βουνά

να σας το πω μαύρα κλαριά,

τα φύλλα τους να πέσουν,

να βγουν μαύρα πουλιά

στον κάμπο για να κλάψουν».


2ο

« Θέλετε δέντρα ανθίσετε,

θέλετε μαραθείτε .

στον ίσκιο σας δεν κάθομαι

ούτε και στη δροσιά σας.

Εγώ θα φύγω μακριά.

Θα’ ρθω όταν  ανθίσ’ ο ξέρακας

να βγάλει νιο βλαστάρι,

όντας θα στίψ’ η θάλασσα

να γίνει περιβόλι ».



3ο

« Με γέλασαν τα πουλιά

φτιάχνω τα σπίτια μου ψηλά,

τα μάρμαρα χτισμένα

και τα πορτοπαράθυρα

στον ήλιο γυρισμένα.

Στο μπαλκονάκι βγήκα

βλέπω το χάρο να ΄ρχεται

φέρνει τους νιους απ΄ τα μαλλιά

τους γέρους απ΄ τα γένια,

φέρνει και τα μικρά παιδιά

στη σέλα κρεμασμένα ».


4ο

« Θέλετε δέντρα ανθίσετε,

θέλετε μαραθείτε.

Στον ίσκιο σας δεν κάθομαι

ούτε και στη δροσιά σας.

Μου ήρθαν χρόνοι δίσεκτοι

και μήνες οργισμένοι

και μου ’γραψε ο χάροντας

ταξίδι να με πάρει.

Παιδιά μου σας αφήνω γεια

και πάω στον άλλο κόσμο ».


5ο

« Σταμάτα χάρε τ’ άλογα

λίγο να  ξανασάνουν

να πάρουν διάβα τα βουνά

και τις βουνοπλαγιές

ν’ αφήσω γεια στα παιδιά

και σ’ όλους τους συγγενείς ».


6ο

« Απόψε μου’ ρθε μια φωνή

απ΄ τον απάνω κόσμο.

Ήταν τις δόλιας μ’ αδερφής

της έρμης μου γυναίκας

που έκλαιγαν τον πόνο τους

τα μαύρα βάσανά τους ».


7ο

« Με γέλασαν τα πουλιά,

της άνοιξης τ’ αηδόνια.

Βάνω, φιάχνω τα σπίτια μου

τα μαρμαροχτισμένα.

Στο μπαλκονάκι έκατσα

τους κάμπους αγναντεύω.

Βλέπω το χάρο να’ ρχεται

στο γρίβα καβαλάρης.

Άσε με Χάρε μ’ άσε με

ακόμα τρεις μερούλες ».


8ο

« με γέλασαν τα πουλιά

της άνοιξης τ’αηδόνια.

Μου είπαν πως ο Χάρος

εμένα δεν θα πάρει.

Φιάχνω τα σπίτια μου ψηλά.

Στο μπαλκονάκι βγήκα

αέρα για να πάρω

και στο καλό το καθισιό

το Χάρο βλέπω να ’ρχεται

μαζί με μαύρο άλογο ».


9ο

« Παίρνουν κι ανθίζουν τα κλαριά

κι οι κάμποι λουλουδίζουν.

Ήρθαν πουλιά της άνοιξης

τ’ Απρίλη τα λουλούδια

για κι η μεγάλη η πασχαλιά

με το ¨Χριστός Ανέστη¨

και συ μικρό παιδάκι μου

μέσα στη γη τη μαύρη ».


10ο

« Με γέλασε μια χαραυγή

τ’ αστρί και το φεγγάρι

και βγήκα νύχτα στα βουνά

νύχτα στα κορφοβούνια

κι ακούμπησα το χέρι μου

τον ύπνο για να πάρω.

Ακούω μια πετροπέρδικα

που πετροκαταριόταν.

Αϊτέ μου που φαγες τον άντρα μου

και το γλυκό μου ταίρι

Ακούω τα πεύκα να βογγούν

και τις οξιές να τρίζουν.

Σφυρίζω ο μαύρος κλέφτικα

ρίχνω και δυο τουφέκια,

μήπως μ’ ακούσ’ ο Κώστας μου

που είναι πεθαμένος ».

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

You are here: Home Λαογραφία Χωριό πληροφορίες χωριού Θάνατος - Μοιρολόγια