Γιατροσόφια

 

ΓΙΑΤΡΟΣΟΦΙΑ


Μεγάλο ήταν παλιά το πρόβλημα των ασθενειών. Δεν υπήρχαν γιατροί στην περιοχή και έπρεπε να κατεβούν στην πόλη με τα πόδια, γιατί συγκοινωνία δεν υπήρχε. Το ταξίδι ήταν κουραστικό και ο άρρωστος χειροτέρευε. Οι χωριανοί για να αντιμετωπίσουν τις αρρώστιες βρήκαν μόνοι τους τρόπους. Πρακτικοί γιατροί προσέφεραν βοήθεια στους αρρώστους. Οι ίδιοι παρασκεύαζαν γιατρικά.
Τέτοια ήταν:

 


Διάρροια:
Έπιναν βρασμένη ρίγανη.


Έγκαυμα:
Έριχναν λάσπη πάνω σ’ αυτό και μετά τοματόπαστα. Άλλες φορές έβραζαν αρκουδόβατο και άλειφαν το πονεμένο μέρος.


Εξανθήματα:
Έχυναν πάνω τους το υγρό που έβγαινε από τα ξύλα όταν αυτά καίγονταν. Άλλες φορές τα σκέπαζαν με αλοιφή που την είχαν παρασκευάσει με τον εξής τρόπο:  έτριβαν καρύδια και φασόλια, τα έψηναν και τα ανακάτευαν με λάδι. Πιο εύκολη αλοιφή ήταν το ανακατεμένο λάδι με ψημένο κρεμμύδι.


Κρυολόγημα:
Έπιναν το χυμό από βρασμένα κράνια ή κεράσια.


Κοιλόπονος:
Έπιναν το ζουμί από βρασμένα σπαράγγια.


Κολικός:
Έπιναν το ζουμί από βρασμένη λαγομηλιά ή από βρασμένη αγριάδα.


Κριθαράκι:
Μια πρωτότοκη γυναίκα ή ένας πρωτότοκος άντρας έλεγε τρία πρωινά τα εξής λόγια:


« αμ, αμ, κριθαράκι

εγώ σ’έσπειρα στάρι

και συ βγήκες κριθάρι.

Ούτε στάρι, ούτε κριθάρι

Ούτε ρίζα να μην μείνει ».

Μετά, σταυρώναν τρεις φορές το μάτι.

Λειχήνες:
Έβαζαν πάνω τους τα γάλα που έβγαινε από το φυτό γαλατσίδα.

Μελάνιασμα:
Άπλωναν πάνω τους στουμπισμένες τσουκνίδες.

Πληγές:
Τις έπλεναν με κρασί και αλισίβα. Όταν έτρεχε πολύ αίμα έξυναν τη ζωστήρα που φορούσαν και άπλωναν τη σκόνη στην πληγή. Το αίμα σταματούσε σχεδόν αμέσως.

Πονόδοντος:
Έβραζαν το φυτό σκάρφη και το ζουμί του το κρατούσαν στο πονεμένο δόντι.

Πληγή από καρφί:
Έριχναν πάνω σε αναμμένα κάρβουνα κρύο νερό. Δημιουργούνταν ατμός και πάνω του κρατούσαν το πόδι για να μην μολυνθεί.

Πυρετός:
Έπιναν το ζουμί από βρασμένη αντρακίδα(αγκάθι) ή αλόη( χορτάρι)

Πόνος στη μέση:
Άλειφαν τη μέση με λίπος από ασβό.

Πύον:
Όταν μαζεύονταν σε κάποιο σημείο έριχναν εκεί ρετσίνι. Άνοιγε τότε το δέρμα και το πύο καθάριζε.

Στομαχόπονος:
Έπιναν το ζουμί από βρασμένα σκορπίδια (είδος φτέρης)

Συχνοουρία:
Έβραζαν κι έτρωγαν τη μουσούδα ενός γουρουνιού.

Ξένο σώμα στο μάτι:
Έβραζαν αυγό και τοποθετούσαν το ασπράδι στο μάτι.

Τραύματα:
Τα άλειφαν με ένα είδος αλοιφής που τη παρασκεύαζαν ως εξής:ανακάτευαν φλούδες από φράξο, ρετσίνι, κερί και λάδι.

Φαγούρα:
Έψηναν στη στάχτη θειάφι, χαλκό και ένα αυγό. Μετά τα έβραζαν με λάδι και άλειφαν το συγκεκριμένο μέρος.

Χτύπημα:
Τοποθετούσαν στο χτυπημένο σημείο αυγοσάπουνο. Ανακάτευαν το ασπράδι ενός αυγού και πράσινο σαπούνι.

Ψώρα:
Χρησιμοποιούσαν κεροαλοιφή. Σε ένα μικρό δοχείο ανακάτευαν λάδι, κερί , ρετσίνι από έλατο και τα έλιωναν στη φωτιά. Όταν κρύωνε η αλοιφή την άπλωναν στο σώμα τους.

Ρινορραγία:
Όταν μάτωνε η μύτη τους έψηναν το τσόφλι ενός αυγού και ρουφούσαν τη σκόνη από τη μύτη.