<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΓΕΝΝΗΣΗ – ΦΥΛΑΧΤΑ- ΒΑΣΚΑΝΙΑ

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑΤΑ – ΒΑΦΤΙΣΗ

 

Παλιά οι γυναίκες γεννούσαν στα σπίτια τους. Υπάρχουν και περιπτώσεις που γεννήθηκαν παιδιά στα χωράφια γιατί οι έγκυες δούλευαν μέχρι την τελευταία ώρα. Γεννούσαν οι γυναίκες με την βοήθεια της πρακτικής μαμής. Αυτή ήταν ηλικιωμένη γυναίκα και ήξερε όλα τα σχετικά με τη γέννα. Όταν έρχονταν η ώρα καλούσαν τη μαμή στο σπίτι. Αυτή μαζί με την πεθερά , μερικές συγγένισσες και γειτόνισσες βοηθούσαν την ετοιμόγεννη γυναίκα.

Η Δημητρούλα Λιάπη
Είχε το ρόλο της πρακτικής μαμής στη Μεγαλόχαρη
 
 
Μετά τη γέννηση του μωρού έκοβαν τον ομφαλό του κι εκεί έριχναν τη σκόνη από μάλλινο ύφασμα, αφού πρώτα το έκαιγαν για να μη μολυνθεί το παιδί. Οι κούνιες τότε ήταν πολύ σπάνιες. Αντί για αυτές χρησιμοποιούσαν τις «σαρμανίτσες». Εκεί έβαζαν το παιδί να κοιμηθεί. Τη λεχώνα την επισκέπτονταν τις επόμενες μέρες οι συγγένισσες της και της πήγαιναν δώρα όπως πίτες, κρασί ή τηγανίτες.
 
Η λεχώνα δεν πήγαινε σε ξένα σπίτια για σαράντα μέρες, φόραγε μαύρο μαντήλι και σκούρα ρούχα και δεν έβγαινε από το σπίτι μετά το ηλιοβασίλεμα. Τα ρούχα του μωρού δεν τα άφηναν έξω τη νύχτα. Εκείνο που πρόσεχαν όλοι στο σπίτι ήταν να μη πάθει κακό το μικρό παιδί.
Για να το προφυλάξουν του κρεμούσαν φυλαχτά. Μερικά από αυτά ήταν:
 
  • Κρεμούσαν στο στήθος του ένα μικρό κομματάκι ύφασμα μέσα στο οποίο ήταν τυλιγμένο θυμίαμα, αλάτι και σκόρδο.
  • Κρεμούσαν στη σαρμανίτσα λιβάνι, αλάτι, μονόλοβο σκόρδο ή κλωναράκια από έλατα.
  • Για φυλαχτά ακόμη χρησιμοποιούσαν δόντια από αγριογούρουνο ή δέρμα από ασβό.



Ο μεγάλος κίνδυνος ήταν πάντα το «κακό μάτι», «το βάσκαμα». Πίστευαν ότι τα μωρά έπαιρναν εύκολα το βάσκαμα και γι αυτό είχαν αρκετούς τρόπους για να το διώχνουν. Αυτούς τους τρόπους τους ήξεραν οι « ξεματιάστρες» συνήθως γυναίκες ηλικιωμένες.

Είδη ξεματιάσματος ήταν:

  • Αν έβλεπε το μωρό κάποιος που θεωρούνταν ότι έχει κακό μάτι, όταν έφευγε έπαιρναν χώμα από την πατημασιά του για να σταυρώσουν το παιδί.
  • Άλλες φορές έπαιρναν επτά ή εννιά κάρβουνα και στο καθένα έδιναν το όνομα ενός ανθρώπου που είχε δει το παιδί. Αυτά τα έριχναν σε ένα ποτήρι γεμάτο νερό. Αν ένα κάρβουνο έμενε στον πάτο του ποτηριού, το παιδί ήταν ματιασμένο. Του έδιναν τότε να πιει από τρεις μεριές του ποτηριού, το ράντιζαν και το υπόλοιπο νερό το έριχναν στις κότες ή το σκύλο για να πάει σ’ αυτό το κακό μάτι.
  • Άλλος τρόπος ήταν με το κουτάλι. Σε ένα ξύλινο κουτάλι έγραφαν το όνομα του Χριστού ή της Παναγίας και τα ονόματα επτά ή εννιά ανθρώπων. Έριχναν νερό στο κουτάλι λέγοντας συγχρόνως ορισμένα λόγια και πότιζαν το παιδί τρεις φορές.
  • Σε άλλα σπίτια ξεμάτιαζαν με ένα Σταυρό. Έριχναν ένα μικρό σταυρό σε ένα πιάτο που ήταν γεμάτο με νερό. Αν σχηματίζονταν φυσαλίδες το παιδί ήταν ματιασμένο. Με το νερό αυτό του έπλεναν το πρόσωπο τρία πρωινά.
  • Ο πιο συνηθισμένος τρόπος ήταν με το αλάτι. Έπαιρναν λίγο αλάτι στο χέρι και σταύρωναν το παιδί λέγοντας κάποια λόγια. Έριχναν μετά λίγο απ’ το αλάτι σε ένα ποτήρι με νερό, ράντιζαν το μωρό και του έδιναν να πιει. Το υπόλοιπο αλάτι το έριχναν στη φωτιά.

Τα λόγια που έλεγαν οι ξεματιάστρες δεν τα μαρτυρούσαν ποτέ παρά μόνο όταν πλησίαζε η ώρα να πεθάνουν. Τότε τα έλεγαν σε κάποια συγγένισσά τους για να ξεματιάζει αυτή.


Εκεί που φαίνεται η αγάπη της μάνας για το μωρό της είναι στα νανουρίσματα:

 
 
1ο
 
« Χήνα μ’ άπλωσε τα φτερά

να πλύνω του παιδιού μου,

αϊτέ μου τα φτερούγια σου

ν’απλώσω τ’αγοριού μου.

Και συ αηδόνι μου χρυσό

στην κούνια να καθίσεις

με τη γλυκιά σου τη φωνή

να μου το νανουρίσεις.

Κι όταν το δεις να κοιμηθεί,

τα μάτια του να κλείσει,

τρέξε τον ύπνο φώναξε

να μου το σεργιανίσει ».
 
 
 
2ο
 
« Νάνι νάνι νάνι νάνι

κι όπου το πονεί να γιάνει

νάνι νάνι και σπαργάνι

κι χλωρό τυρί στη στάνη ».
 
 
 
3ο
 
« Νάνι νάνι το μωρό μου

νάνι νάνι το χρυσό μου.

Ώσπου να’ ρθει η μάνα του

απ’ τα ξύλα ,το νερό

κι απ΄ τον Άσπρο ποταμό

να του φέρει λουλουδάκια και μοσχογαριφαλάκια.

Έλα ύπνε απ’ τα βουνά

Κι απ’ τα κρύα τα νερά,

έλα ύπνε απ’ το κλαράκι

να υπνώσεις το παιδάκι.

Έλα ύπνε ύπνωσέ το

Παναγιά μου φύλαξέ το ».
 
 
 
4ο
 
« Έλα ύπνε και πάρε το

πάνω στα περιβόλια

και γέμισε τους κόρφους του

τριαντάφυλλα και ρόδια.

Τα ρόδια θα ’ναι της μάνας του

και τ’ άνθη του κυρού του

Και τα χρυσά τριαντάφυλλα

θα ’ναι του νουνού του » .
 
 
 
5ο
 
« Έλα ύπνε ύπνωσέ το

και Χριστέ μου φύλαξέ το.

Έφεξε η Ανατολή

κούνα Χάιδω μ’ το παιδί.

Έφεξε κι έρχεται η δύση

κούνα το να μη ξυπνήσει ».
 
 
 
6ο
 
« Νάνι νάνι το μωρό μου

νάνι νάνι το χρυσό μου.

Έλα ύπνε απ’ τα κλαράκια

που υπνώνει τα παιδάκια.

Έλα ύπνε απ’ τις κορομηλούλες

να υπνώνεις τις κοπελούλες».
 
 
 
7ο
 
« Η κοπέλα μ’ η δασκάλα

κι ο γαμπρός κάτω  απ’ τη σκάλα.

Το κορίτσι μ’ τρώει ρύζι

κι ο γαμπρός το τριγυρίζει.

Το κορίτσι μ’ τρώει λάδι

κι ο γαμπρός χαμογελάει ».
 
 
 
 

Όταν το παιδί έφτανε στην ηλικία που έπρεπε να βαφτιστεί οι γονείς ειδοποιούσαν το νουνό και τη νουνά. Πάντα το πρώτο παιδί του ζευγαριού το βάφτιζαν αυτοί που είχαν στεφανώσει και τους γονείς του. Η βάφτιση γινόταν ή στην εκκλησία του χωριού ή στο σπίτι. Υπάρχει ένα στιχάκι σχετικό μ’ αυτή:

«ο κουμπάρος κι η κουμπάρα

κάθονταν μαζί αντάμα,

το παιδί για να βαφτίσουν

και για να το σεργιανίσουν».

 

 

Το παιδί αν ήταν αγόρι έπαιρνε το όνομα του παππού του, ενώ το κορίτσι της γιαγιάς του, πολλές φορές όμως ο νουνός ή η νουνά, έδιναν στο παιδί όποιο όνομα ήθελαν  αυτοί.

Η μάνα του παιδιού δεν παρευρίσκονταν στη βάφτιση. Όταν ο νουνός χάριζε το όνομα στο μωρό ένα παιδί έτρεχε να της το ανακοινώσει. Η μάνα του έδινε τότε ένα νόμισμα για τη χαρούμενη είδηση. Ο νουνός χάριζε στο μωρό ένα Σταυρό και ένα πουκάμισο άσπρο. Το παιδί έτρεφε γι’ αυτόν αγάπη και σεβασμό που κρατούσαν για όλη του τη ζωή.

 

Συγκεντρώσαμε και σας παρουσιάζουμε εδώ μερικές από τις πολλές παροιμίες που έλεγαν και λένε στα χωριά.Αρκετές αναφέρονται στα «καμώματα » των μηνών:

 

  1. αν ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλα πέντε, θα δεις το κοντοκρίθαρο να στρίβει το μουστάκι, να δεις και τις αρχόντισσες να ψιλοκαθαρίζουν, θα δεις και τη φτωχολογιά να ψιλοκοσκινίζει.
  2. φύλαξε τα παλούκια σου να μη στα φάει ο Μάρτης.
  3. Μάρτης είναι χάδια κάνει, πότε κλαίει, πότε γελάει.
  4. χιόνια του Φλεβαριού, χρυσάφι του καλοκαιριού.
  5. ο Μάης ρίχνει τη δροσιά και ο Απρίλης τα λουλούδια.
  6. τ’Αλωναριού τα κάματα, τ’Αυγούστου τα λιοπύρια.
  7. τον Οκτώβρη τα κουδούνια , το Νοέμβρη παραμύθια.
  8. Οκτώβρης και δεν έσπειρες, οκτώ σπυριά δεν κάνεις.
  9. Μάης άβρεχος, μούστος άμετρος.
  10. Α-Δημητράκη, μικρό καλοκαιράκι.
  11. σ’ όσους μήνες έχουν «ρ» κάνεις μπάνιο με ζεστό νερό.
  12. μπρος-πίσω τα Νικολοβάρβαρα, βαρύς χειμώνας κάνει.
  13. Αγιά- Βαρβάρα μίλησε κι ο Σάββας αποκρίθη:» μάζεψε ξύλα κι άχυρα και σύρτε και στο μύλο, γιατί ο Αι Νικόλας έρχεται στα χιόνια φορτωμένος.
  14. του τρυγητή, τ’αμπελουργού πάνε χαμένοι οι κόποι.
  15. άμα δεν τρυγάμε εδώ, πατάνε αλλού.
  16. απ’ το θέρο ως τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές.
  17. μη σε γελάσει  ο βάτραχος ή το χελιδονάκι αν δεν λαλήσει ο τζίτζικας δεν είν’ καλοκαιράκι.
  18. εκεί που καρτερώ να ξεχειμάσω, πέφτει το χιόνι και με πλακώνει.
  19. κάλλιο άσχημη φάτσα παρά άσχημη γλώσσα.
  20. άλλοι προγκάνε το λαγό κι άλλοι τον μαγειρεύουν.
  21. άλλοι παπάδες κι άλλα καλυμμαύχια.
  22. άλλα σχεδιάζει ο γάιδαρος κι άλλα ο γαιδουριάρης.
  23. κάθε θαύμα τρεις ημέρες , το μεγάλο τέσσερις.
  24. καλύτερα να γλιστρήσεις με τα πόδια παρά με τη γλώσσα.
  25. αργυρό το μίλημα και χρυσό το σώπα.
  26. απ’ τον κόρακα «κρα» θ’ ακούσεις.
  27. από φτωχό μη δανειστείς, τι περπατεί και κλαίει.
  28. ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ’ αλεύρι.
  29. δεν ξυπνάει το χωριό , αν δεν ακούσει πετεινό.
  30. δίχως προδότη, κάστρο δεν πατιέται.
  31. άσπρο σκυλί, μαύρο σκυλί  ίδιο δάγκωμα.
  32. η καμήλα την καμπούρα του παιδιού της καμαρώνει.
  33. η καλή νοικοκυρά με το κουτάλι γνέθει.
  34. η ομορφιά είναι μπάλωμα και η γνώση βασίλειο.
  35. όποιος έχει γρόσια στην παλάσκα όπου θέλει κάνει Πάσχα.
  36. ο γέρος κι αν στολίζεται, σ’ ανηφοριά γνωρίζεται.
  37. ο λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί του μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του.
  38. όποιος αέρα κι αν φυσάει, ο μύλος πάντα αλέθει.
  39. όσο να μπει και να βγει η νύφη, στραβώθηκε ο γαμπρός.
  40. η καλή νοικοκυρά απ’ τα ρούχα της φαίνεται.
  41. το κρασί όσο παλιώνει, τόσο δυναμώνει.
  42. του διακονιάρη καρβέλια δωσ’ του. Τις στράτες τις ξέρει.
  43. δες το μικρό πολυξερούλι, στον ώμο παίρνει το σακούλι.
  44. άνεμος που δεν μποδίζει, άφησέ τον κι ας βουίζει.
  45. ας ήξερα δυο γράμματα κι ας είχα ένα μάτι.
  46. μην καμαρώνεις την αρχή προτού να δεις το τέλος.
  47. τρίτη μέρα μη δουλέψεις, Σάββατο μη στολιστείς.
  48. χαζό παιδί, χαρά γεμάτο.
  49. αν κλωτσάς τα γονικά σου, θα το βρεις απ’ τα παιδιά σου.
  50. εγώ γελώ με δώδεκα και δεκατρείς με 'μένα.
  51. ο γάμος προσδιάβαινε κι η γριά ξεροχτενιζόταν.
  52. Φίλος  επιζήμιος  εχθρός  επικαλείται.
  53. Φύλα φίδι το χειμώνα να σε φάει το καλοκαίρι.
  54. Θείος κι ανηψιός , διάολος και μισός.
  55. Ο ξένος και ο ποταμός τον τόπο τους γυρεύουν.
  56. Γιός ο γαμπρός δεν γίνεται κι η νύφη θυγατέρα.
  57. Πολλοί νεκροί 'που κάθονται στ' αρρώστου το κρεββάτι.
  58. Και τα ορφανά βολεύονται κι οι χήρες κυβερνιώνται.
  59. Αν δε μπορείς γέρο να θερίσεις.......,  δέσε και κουβάλα και φύλα και τα γίδια.
  60. Άμα γλεπς ρούγα ασάρωτη και τριχιά λτή, η νκοκοιρά...είν'..κατα διαόλ'

 

 

ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ

*Μαρκάρετε με το ποντίκι το κείμενο στην παρένθεση για να δείτε την απάντηση ή πατήστε Ctrl+A.

Ο γιος μου ο κοντοθόδωρος
xοροπηδάει και ζώνεται.
Τί είναι; (το αδράχτι)

 

 

Έχω ένα κουτάκι

Γεμάτο σκερπανάκια.

Τί είναι; (το στόμα)

 

 

Σούβλα κρεατένια

Κομμάτια σιδερένια.

Τί είναι; (το δάχτυλο με τα δαχτυλίδια)

 


Σιγανή, σιωπηλή

Το σαμάρι κουβαλεί.

Τί είναι; (η χελώνα)


 

Ψηλός, ψηλός καλόγερος

Κουδούνια φορτωμένος.

Τί είναι; (το κυπαρίσσι)

 


Χίλιοι μύριοι καλογέροι

Σ’ ένα ράσο τυλιγμένοι.

Τί είναι; (το κρεμμύδι)

 


Ανεβαίνει, κατεβαίνει

Και στη ίδια θέση μένει.

Τί είναι; (το στόμα)

 


Κουτερίτσα φορτωμένη

Και στη ίδια θέση μένει.

Τί είναι; (το κουτάλι)

 


Ράχη , ράχη πήγαινα

Τρώγοντας βλαχόσφαχτα.

Τί είναι; (το ψαλίδι)

 

 

Καλαγκαθένιο το μαντρί

Και κόκκινα τα γίδια.

Τί είναι; (το ρόδι)

 

 

Στέκομαι όταν στέκεσαι

Κινούμαι όταν κινείσαι

Αδύνατο να είμαι εκεί

Όπου εσύ δεν είσαι.

Τί είναι; (η σκιά)

 

 

Αόματος , ακόκκαλος

Στον ουρανό πετάει.

Τί είναι; (ο καπνός).

 

 

 

ΓΑΜΟΣ

 

Ο γάμος γινόταν συνήθως με προξενιό. Ο γαμπρός δεν πήγαινε ποτέ μόνος του να ζητήσει την κοπέλα.  Αυτό το αναλάμβανε ο προξενητής, άνθρωπος ηλικιωμένος, σοβαρός, εχέμυθος και ικανός στα λόγια.
Ο προξενητής πήγαινε στο σπίτι της νύφης και ανακοίνωνε το προξενιό. Οι γονείς της αποφάσιζαν αν  θα το δέχονταν ή όχι. Τη κοπέλα δε την ρωτούσαν. Αυτή έκανε ό,τι θα αποφάσιζαν οι γονείς της και κυρίως ο πατέρας της. Πολλές φορές η νύφη και ο γαμπρός δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους. Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου έδειχναν στον προξενητή μια ωραία κοπέλα και στο γάμο παρουσίαζαν μια άσχημη!!  

 

Αυτό συνέβαινε όταν η νύφη ήταν από μακρινό χωριό και συναντούσε τον γαμπρό και τους συγγενείς του για πρώτη φορά την ημέρα του γάμου.
 

 

 

 

Όταν γίνονταν δεκτό το προξενιό, ακολουθούσε η συμφωνία για την προίκα. Αυτή ήταν ανάλογη με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Συνήθως έδιναν οι γονείς της νύφης ζώα όπως αγελάδες και άλογα. Έδιναν και χωράφια. Εκτός από αυτά η κοπέλα είχε έτοιμα τα χοντρά ρούχα, που είχε υφάνει στον αργαλειό μαζί με την μάνα της, όπως , φλοκάτες, μαντανίες, κουβέρτες.

 

Λίγες μέρες αργότερα γίνονταν τα αρραβωνιάσματα. Στο σπίτι της νύφης συγκεντρώνονταν οι συγγενείς της και οι συγγενείς του γαμπρού. Ο νουνός φορούσε τις βέρες στο γαμπρό και στη νύφη και όλοι εύχονταν « καλά στέφανα ».
Μετά τα αρραβωνιάσματα ο γαμπρός και η νύφη δεν έκαναν παρέα. Φέρονταν σα να ήταν δυο ξένοι. Αν συναντιούνταν κάπου έλεγαν μόνο μια καλημέρα και τίποτε άλλο. Σε πανηγύρια και σε γάμους πήγαιναν μαζί αλλά η  νύφη συνοδευόταν από συγγενικά της πρόσωπα.
 
Οι ετοιμασίες για το γάμο άρχιζαν μέρες νωρίτερα.
Μια βδομάδα πριν γινόταν τα « καλέσματα ». Ένας συγγενής του γαμπρού περνούσε στα σπίτια κρατώντας μια μπουκάλα κρασί και ένα ποτήρι. Αφού καλούσε στο γάμο έδινε στους νοικοκυραίους να πιουν λίγο κρασί. Την Τετάρτη στο σπίτι του γαμπρού γίνονταν το ανάπιασμα των προζυμιών. Στο κέντρο ενός δωματίου έφερναν μια σκάφη γεμάτη αλεύρι και ένα κόσκινο. Τρία παιδιά, δυο αγόρια και ένα κορίτσι, κοσκίνιζαν το αλεύρι. Τα παιδιά έπρεπε να έχουν στη ζωή και τους δυο γονείς τους.

 

Όσο κρατούσε το κοσκίνισμα οι συγγενείς τραγουδούσαν το τραγούδι:
 
 
 
 
 
« ορέ δασιά, δασιά τα κόσκινα

κι αφράτα τα προζύμια.

Ορέ ευχήσου με, ορέ μανούλα μου

ορέ στα πρώτα τα προζύμια.

Ορέ με την ευχή παιδάκι μου

ορέ με την ευχή.

Κι ευχήσου με πατέρα μου

τώρα στα πρώτα τα κόσκινα

Ορέ με την ευχή παιδάκι μου

Ορέ με την ευχή»
.
 
 
 
 
 
 
Όταν τελείωνε το κοσκίνισμα αλεύρωναν το γαμπρό. Έπαιρναν από το κοσκινισμένο αλεύρι κι έριχναν στο κεφάλι του λέγοντας την ευχή : « ν’ ασπρίσει , να γεράσει» με το αλεύρι ζύμωναν την κουλούρα της νύφης και της την έστελναν την Πέμπτη. Την Πέμπτη στο σπίτι της νύφης ετοίμαζαν τα προικιά.

Αφού τα έβλεπαν οι καλεσμένοι, οι γυναίκες τα δίπλωναν, τα έκαναν δέματα και τα έδεναν με άσπρες κορδέλες, καθώς τα δίπλωναν τραγουδούσαν:

 

 

«διπλώστε τα προικιά καλά

μη τα γελάσουν τα χωριά.

Διπλώστε τα προικιά καλά

μη τα γελάσ’ η πεθερά»

 

Οι καλεσμένοι προσέφεραν δώρα και χρήματα. Το βράδυ γίνονταν το ανάπιασμα των προζυμιών.
Την Παρασκευή οι συγγενείς του γαμπρού πήγαιναν στο σπίτι της νύφης με άλογα και με μουλάρια για να πάρουν τα προικιά. Πάνω στα προικιά κάθονταν ένα αγόρι. Ο πεθερός της νύφης του έδινε χρήματα και αυτό κατέβαινε. Φορτώνονταν έπειτα τα προικιά στα ζώα. Η νύφη χάριζε στους συγγενείς του γαμπρού πετσέτες και μαντίλια που τα κρεμούσαν στα χαλινά των ζώων.

 

Την Κυριακή το πρωί μαζεύονταν οι καλεσμένοι στο σπίτι του γαμπρού. Καλούσαν τότε τον κουρέα για να τον ξυρίσει.

 

 

Ο γαμπρός καθόταν σε μια καρέκλα και δίπλα του έβαζαν ένα δίσκο και ένα ποτήρι νερό. Όσο κρατούσε το ξύρισμα τραγουδούσαν:

 

 

«ορέ ασπροσυννέφιασ’ ο ουρανός

τώρα ξυρίζετ’ ο γαμπρός.

Ορέ ξυράφια από τα Γιάννενα

κι ακόνια από την Πρέβεζα.

Ορέ γι’ανάγκασε ορέ μπερμπερη μου,

ορέ γι’ανάγκασε ορέ το χέρι σου

ορέ έχουμε δρόμο αλαργινό.

Ορέ για πρόσεξε ορέ μπερμπέρη μου,

Ορέ για πρόσεξε ορέ το χέρι σου

να μη μας κόψεις το γαμπρό

και μας γελάσει το χωριό »
.

 

 

 

 

Πολλές φορές συνέχιζαν με το παρακάτω τραγούδι:

 

« ευχήσου με πατέρα μου

κι έχω δρόμο αλαργινό.

Ποτάμια να περάσω

να πάω να βρω το ταίρι μου

την πολυαγαπημένη μου ».

 

 

Όταν γίνονταν το ξύρισμα οι καλεσμένοι ράντιζαν το γαμπρό με σταγόνες από το νερό του ποτηριού και μετά σταύρωναν το κεφαλι του με χρήματα τα οποία στη συνέχεια έριχναν στο δίσκο.

 

 

Όταν τελείωνε το ξύρισμα, ο γαμπρός φορούσε τα γαμπριάτικα ρούχα και ετοιμάζονται όλοι να πάνε στο σπίτι της νύφης. Η μάνα του γαμπρού του έβαζε στην τσέπη του σκόρδο, θυμιάμα, ασφάκα και ένα σουγιά για να μη τον πιάσει το κακό μάτι.

 

Την ίδια ώρα στο σπίτι της νύφης οι γυναίκες τη στόλιζαν τραγουδώντας. Έλεγαν το τραγούδι:

 

 

«απάνω στην τριανταφυλλιά

φιάχνει η πέρδικα φωλιά

με σύρματα και με κλαδιά

και με σαρανταπέντε αυγά.

Κι αναταράχκει η πέρδικα

και πέσαν τα τριαντάφυλλα.

Σουλιώτες της τα μάζεψαν

και στην ποδιά της τα’βαλαν,

να φκιάσουν άνθινο νερό

να λούσουν νύφη και γαμπρό».
 
 
 
 
 

Στη συνέχεια τραγουδούσαν:


« ευχήσου με μανούλα μου

σ’αυτό το πρώτο στόλισμα.

Ευχήσου με πατέρα μου

σ’αυτό το πρώτο στόλισμα.

Ευχηθείτε με αδέρφια μου

και σεις καλοί γειτόνοι».

 

 

Όταν η νύφη θα πήγαινε σε μακρινό χωριό έλεγαν:

 

« άσπρη, κάτασπρη πέρδικα

ήταν στη γειτονιά μας.

Κι έρχεται ο ξένος, ο πεντάξενος

κι απλώνει και την παίρνει.

Ξεΐσκιωσαν οι γειτονιές

και ομόρφηναν τα ξένα».

 

 

Όταν η συνοδία του γαμπρού έφτανε κοντά στο σπίτι της, ο μικρότερος αδελφός του πήγαινε να φορέσει τα παπούτσια στη νύφη.
 

 




Οι συγγενείς της έλεγαν τότε το τραγούδι:

 

« νυφούλα ποιός σε στόλισε

και σ’ήβρα στολισμένη;

Η μάνα μου με στόλισε

και μ’ήβρες στολισμένη.

Έβγα νύφη απ’ την πόρτα

όπως έβγαινες και πρώτα.

Ο γαμπρός σε περιμένει

να σε πάρει απ’το χέρι. »

 

 

 

Ή έλεγαν το τραγούδι:

 

« μυγδαλιά, λουλουδιασμένη

έβγα έξω από την πόρτα,

που σε περιμένει το αστέρι

να σε πάρει απ’το χέρι. »
 
 
 
 
 

 

Όταν ο γαμπρός με την συνοδεία του έφτανε στο σπίτι της νύφης έλεγαν το τραγούδι:

 

« Ξύπνα περδικομάτα μου

κι ήρθα στη γειτονιά σου,

χρυσά πλεξίδια σου’φερα

να πλέξεις τα μαλλιά σου.

Σαν τα’φερες καλά έκανες

κι ας έκανες τον κόπο.

Πολλά χατήρια μου’κανες

για κάνε κι άλλο ένα.

Το παραθύρι το ακρινό

βράδυ να μην το κλείσεις.

Κι εγώ για το χατήρι σου ολάνοιχτο τ’αφήνω »
.
 
 
 
 
 
 

Το ίδιο τραγούδι το έλεγαν και με διαφορετικά λόγια:

 

« Ξύπνα περδικομάτα μου

κι ήρθα στη γειτονιά σου,

χρυσά πλεξίδια σου’φερα

να πλέξεις τα μαλλιά σου.

Ξύπνα περδικομάτα μου

Και πού θα μείνεις βράδυ;

Στου πεθερού μου τις αυλές

στ’αντρού μου το κρεβάτι »
.

 

 

Οι συγγενείς της νύφης έριχναν πυροβολισμούς και του γαμπρού το ίδιο. Τότε ο γαμπρός έριχνε ένα μήλο στο οποίο ήταν καρφωμένα νομίσματα στους συγγενείς της νύφης και αυτοί τραγουδούσαν:
 

 

« καλώς τον τον αυγερινό

με τα πολλά τα’αστέρια.

Αυγερινός είν’ο γαμπρός

και οι συμπεθέροι αστέρια.

Δεν το’ξερα κυρ γαμπρέ

πως θα κοπιάσεις στο σπίτι ,

για να σαρώσω το στρατί

και ρόιδο να το σπείρω.

Γαμπρέ μ’τί στέκεις ροϊδινός

και ο γρίβας ιδρωμένος;

Ο γρίβας ήρθε για ταή

κι εγώ ήρθα για την κόρη »
.
 
 
 
 
 
 

Εκτός από αυτό έλεγαν και το παρακάτω:

 

« ένα Σαββάτο δειλινό

μια Κυριακή το γιόμα

ετοιμάζονται οι συγγένισσες

μαζί με τα κορίτσια.

Για δέστε τον Αυγερινό

στο γρίβα καβαλάρη.

Γαμπρέ μ’ τι στέκεις ροϊδινός….»
.
 
 
 
 
 
 
Κάποιος τότε από τους συγγενείς της νύφης κερνούσε το γαμπρό ένα ποτήρι κρασί. Έπινε το μισό και το υπόλοιπο το έριχνε πίσω του. Τον υποδέχονταν τα πεθερικά του και τον φιλούσαν. Στη συνέχεια κερνούσαν όλους τους καλεσμένους και άρχιζε η στέψη. Στη μέση ενός δωματίου ήταν στρωμένο ένα τραπέζι με άσπρο ύφασμα και πάνω ο ιερέας είχε βάλει τα απαραίτητα. Όταν έφτανε η ώρα να πιουν η νύφη και ο γαμπρός το κρασί, οι καλεσμένοι τραγουδούσαν:
 

 

« βάλτε κρασί στο μαστραπά

και βγάλτον στον αέρα,

κι αν δε το πιω την Κυριακή

το πίνω την Δευτέρα.

Δεν το ‘ξερα λεβέντη μου

που ήταν η αφεντιά σου

και σαν πουλί θα πέταγα

να’ρθω στην αγκαλιά σου.

Θα γίνω γης να με πατάς

γεφύρι να περάσεις

και την μεγάλη αγάπη μας

ποτέ να μην ξεχάσεις »
.
 
 
 
 
 
 
Όταν τελείωνε το μυστήριο όλοι εύχονταν στο ζευγάρι να είναι στεριωμένο και να αποκτήσουν γρήγορα παιδιά. Όταν τελείωναν οι ευχές ετοιμάζονταν όλοι για το σπίτι του γαμπρού. Οι συγγενείς της νύφης τραγουδούσαν:



« αφήνω γεια πατέρα μου

και στο καλό κορίτσι μου.

Αφήνω γεια μανούλα μου

και στο καλό κορίτσι μου.

Αφήνω γεια αδέλφια μου

και στο καλό αδελφούλα μας.

Αφήνω γεια στο σπίτι μου

και στο καλό κυρούλα μου.

Αφήνω γεια στη γειτονιά και στο καλό γειτόνισσα»
.
 
 
 
 
 
 
Ακολουθούσε το παρακάτω τραγούδι, με το οποίο η νύφη ζητούσε από τη μάνα της να φροντίζει τα λουλούδια της γιατί αυτή θα έφευγε:
 

 

« φεύγω μανούλα μου, φεύγω

πάω μακριά,

δε θα με βλέπεις πια.

Μανούλα τα λουλούδια μου

συχνά να τα ποτίζεις.

Να τα ποτίζεις κάθε πρωί

μάνα μου γλυκιά

και κάθε μεσημέρι,

σ’αφήνω γεια.

Φεύγω μανούλα μου

πάω μακριά,

πάω στην ξενιτιά

δεν θα με βλέπεις πια.

Μανούλα τα λουλούδια μου

μόσκο να τα ραντίζεις,

μάνα μου γλυκιά

σ’αφήνω γεια »
.

 

 

Όταν έφταναν στο σπίτι του γαμπρού οι καλεσμένοι τραγουδούσαν:

 

« έβγα κυρά και πεθερά.

Έβγα μανούλα του γαμπρού

και πεθερά της νύφης,

να δεις τη νύφη που’ρχεται.

Για δέστε την, για δέστε την

ήλιο φεγγάρι πέστε την.

Για δέστε την πώς περπατεί

σαν άγγελος με το σπαθί.

Αυτού που ζύγωσες να μπεις

ήλιος, φεγγάρι να φανείς»
.
 
 
 
 
 
 
Στην αυλή του σπιτιού υποδέχονταν τη νύφη η πεθερά της. Τη χαιρετούσε και της έδινε να ρίξει κουφέτα σταυρωτά. Στη συνέχεια της έδινε ένα πιάτο και η νύφη το έσπαζε με το παπούτσι της.

 

Μπαίνοντας η νύφη στο σπίτι κάθονταν και της πήγαιναν ένα αγόρι για να το κρατήσει στην αγκαλιά της. Το έκαναν αυτό για να γεννηθεί αγόρι το πρώτο παιδί του ζευγαριού.

 
Στο σπίτι του γαμπρού άρχιζε το γλέντι. Οι καλεσμένοι κάθονταν κάτω σταυροπόδι. Σε ένα κύκλο κάθονταν οι άντρες και σε άλλο οι γυναίκες. Η νύφη κάθονταν στον κύκλο των αντρών. Δίπλα στο ζευγάρι έπαιρναν θέση ο νουνός και η νουνά.

 

Τα φαγητά στο γάμο ήταν πολλά, γιατί υπήρχε η συνήθεια όλοι οι καλεσμένοι να πηγαίνουν σα δώρο κρέας, ψωμί και κρασί. Ο νουνός πήγαινε ένα σφαγμένο ζώο ( αρνί ή κατσίκι) , κρασί και κουλούρα στολισμένη με πολλά σχέδια. Τα δώρα του νονού λέγονταν « κανίσκι ».
 
Μετά το φαγητό άρχιζε το τραγούδι. Το πρώτο που έλεγαν ήταν το παρακάτω:

 

 

« σε τουτ’ την τάβλα που’ μαστε

σε τούτο το τραπέζι,

τον Άγγελο φιλεύουμε

και το Χριστό κερνάμε

και την Παρθένα Παναγιά

τη διπλοπροσκυνάμε

να μας χαρίσει τα κλειδιά

κλειδιά του Παραδείσου

να μπω να σεργιανίσω»
.
 
 
 
 
 
 

Συνέχιζαν με το επόμενο τραγούδι:

 

« φίλοι μ, καλωσορίσατε

να φάμε και να πιούμε

γιατί αύριο θα χωρίσουμε

και πού θ’ανταμωθούμε.

Στον Αη-Λιά στον πλάτανο

που’ναι μια κρύα βρύση

που’χαν οι κλέφτες σύναξη

που κάνουν πανηγύρι.

Που’χουν τη Ρήνα στο πλευρό

Που τους κερνάει και πίνουν.

Κέρνα μας Ρήνα μ’ κέρνα μας

γιόμισε τα ποτήρια

μέχρι να σκάσ’ ο Αυγερινός

να πάει η Πούλια γιόμα»
.
 
 
 
 
 
 
 
Ακολουθούσε το τραγούδι με το οποίο έδιναν ευχές στο νοικοκύρη του σπιτιού.
 

 

« σε τούτο το σπίτι που’μαστε

το μαρμαροχτισμένο

ποτέ πέτρα να μη ραγιστεί

λιθάρι να μην πέσει.

Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού

με τα γλυκά του τα κρασιά,

με τα γλυκά του τα λόγια

χρόνους πολλούς να ζήσει,

ν’ασπρίσει , να γεράσει»
.

 

 

Το γλέντι συνεχιζόταν με τραγούδια του γάμου, της τάβλας, κλέφτικα κι άλλα. Παρουσιάζουμε εδώ μερικά. Στα δυο πρώτα γίνεται αναφορά στην ομορφιά της νύφης και του γαμπρού.
 

 

1ο

« Σ’όσους γάμους κι αν επήγα

τέτοια νιόγαμπρα δεν είδα.

Να’ναι η νύφη λυγερή

κι ο γαμπρός χρυσό πουλί

που’χει μέση κοντυλένια,

φορεσιά μαλαματένια.

Σ’όσους γάμους κι αν επήγα

τέτοια νιόγαπρα δεν είδα.

Να’ναι η νύφη μαντζουράνα

κι ο γαμπρός χρυσή καμπάνα ».



2ο

« Τρία πουλάκια καθισμένα

άι μωρέ Κοντογιωργάκη

μεσ’τη μέση στο τραπέζι

άι μωρέ Κοντογιωργάκη.

Το’να τρώει, το’να πίνει

τα’άλλο τραγουδάει και λέει:

Σ’όσους γάμους κι αν επήγα

τέτοια νιόγαπρα δεν είδα.

Να’χουν μέση κοντυλένια,

φορεσιά μαλαματένια,

άι μωρέ Κοντογιωργάκη.

Να’ναι η νύφη το μεράκι

κι ο γαμπρός χρυσό πουλάκι

αϊ μωρέ Κοντογιωργάκη».
 
 
 
 
 
Το επόμενο είναι τραγούδι της τάβλας.
 
 
« χαριτωμένη συντροφιά

μου λέει να τραγουδήσω

κι εγώ της λέω δεν μπορώ

τραγούδια για να λέω.

Για πιάστε με να σηκωθώ

και βάλτε με να κάτσω

και φέρτε μου παλιό κρασί

να πιω να μου’ρθει η γεια μου.

Να πω τραγούδια θλιβερά

και παραπονεμένα

να πω τα ντέρτια της καρδιάς

που’χω παιδιά στα ξένα».
 
 
 
 
Τα μεσάνυχτα έκοβαν κομμάτια το ψητό και το κουλούρι του νουνού και το μοίραζαν σε όλους. Όλοι του έλεγαν την ευχή « να ζήσουν τα’αναδεχτούδια σου, να γεράσουν και ν’ασπρίσουν». Τότε τραγουδούσαν και το τραγούδι του νονού.
 

 

« κάτω στο δαφνοπόταμο

στης δάφνης το γιαλό

εκεί καθόταν ο κυρ-νουνός

μαζί με τ’αναδεχτούδια του,

που πελεκάει το μάρμαρο

να βγάλει αθάνατο νερό

κι αθάνατο βοτάνι .

Να ποτίσ’ τ’αναδεχτούδια του

ποτέ να μη πεθάνουνε.

Σηκώσου πάνω κυρ-νουνέ

ν’απλώσεις στην τσεπούλα σου

και στη χρυσή σακούλα σου

και βγάλε ασήμι και φλουριά

για να κεράσεις τα βιολιά»
 
 
 
 
Το γλέντι συνεχίζονταν μέχρι το πρωί. Τη Δευτέρα το πρωί η νύφη τους κερνούσε όλους καφέ. Τότε οι γυναίκες έβγαζαν τα προικιά στην αυλή για να τα δουν όλοι και μετά τα τοποθετούσαν στο δωμάτιο του ζευγαριού.
Ο γάμος τελείωνε τη Δευτέρα το μεσημέρι. Η νύφη τότε έδινε δώρα στο νουνό όπως βελέντζα, φλοκάτη, μαντανία, πουκάμισο, κάλτσες και χειρομάντηλα. Δώρα έδινε και στον προξενητή και στα πεθερικά της.
Ταξίδι δεν πήγαιναν τότε η νύφη και ο γαμπρός. Τακτοποιούσαν το σπίτι και μετά αναλάμβαναν τις καθημερινές δουλειές της οικογένειας.

 

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

ΜΥΘΟΙ - ΘΡΥΛΟΙ - ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

 

  • Κάποια εποχή οι γάτες και οι σκύλοι ήταν φίλοι. Μια μέρα οι σκύλοι έδωσαν στις γάτες μερικά χαρτιά να τα φυλάξουν. Πέρασε καιρός. Κάποτε τα σκυλιά χρειάστηκαν τα χαρτιά και τα ζήτησαν. Οι γάτες πήγαν να τα πάρουν και τα βρήκαν φαγωμένα απ’ τα ποντίκια. Από τότε οι γάτες κυνηγούν τα ποντίκια και τα σκυλιά τις γάτες.

  • Κάποτε μια γυναίκα κούναγε το παιδί της να κοιμηθεί. Αυτό όμως έκλαιγε συνέχεια. Η μάνα απελπίστηκε και είπε: «να σε φάει ο κακός ο λύκος». Ο λύκος που ήταν κοντά άκουσε τα λόγια. Μπήκε στο σπίτι και το πήρε. Η μάνα του έκλαιγε κι έλεγε:

 

- Απόλα λύκε μ’ το παιδί

και πάρε με εμένα.

Μαζεύτηκε όλο το χωριό

Χίλιοι νομάτοι ήταν μπροστά

και πεντακόσιοι πίσω.

Κανείς δεν τον διασταύρωσε

από εκειόν τον κόσμο.

Η μάνα που χε το παιδί

που χε το μέγα πόνο

πάει και τον διασταύρωσε σε τρίχινο γεφύρι.

-  Απόλα λύκε μ’ το παιδί

και πάρε με την έρμη.

Και το παιδί αποκρίθηκε

από το στόμα του λύκου.

-  Μάνα μ’ εμένα μ’ έταξες

στο λύκο να με φάει.

Κι η μάνα έκλαψε πολύ

δεν είχε τί να κάνει».

 

 

  • Στη Μεγαλόχαρη είχε πέσει κάποτε χολέρα και οι κάτοικοι δεινοπαθούσαν. κάποιος είδε στον ύπνο του τον Άγιο Αθανάσιο , ο οποίος του είπε να κτίσουν σε μία μέρα εκκλησία και να τη λειτουργήσουν. Έτσι θα σταματούσε το κακό. Οι χωριανοί έκαναν αυτό που είπε ο Άγιος και η αρρώστια σταμάτησε.

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

You are here: Home Χωριό πληροφορίες χωριού