ΞΕΝΙΤΙΑ

Στο χωριό η ζωή ήταν πάντοτε δύσκολη. Οι οικογένειες αποτελούνταν από πολλά άτομα και οι ανάγκες τους ήταν μεγάλες. Τα χωράφια ήταν μικρά και λιγοστά και οι σοδειές τους ήταν μικρές. Ούτε η γεωργία ούτε η κτηνοτροφία ήταν αρκετές για να τους βοηθήσουν. Έτσι αρκετοί αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν για να αναζητήσουν καλύτερη τύχη.

Οι περισσότερες αποδημίες παρουσιάστηκαν στη δεκαετία του ’60. οι χώρες στις οποίες πήγαιναν ήταν η δυτική Γερμανία, η Αμερική, η Αυστραλία. Πολλοί έμενα για ένα διάστημα, αποκτούσαν κάποια χρήματα κι επέστρεφαν στην Ελλάδα. Λίγοι γύριζαν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Οι πιο πολλοί πήγαιναν να εγκατασταθούν σε πιο εύπορα μέρη.
Ο πόνος για τους ξενιτεμένους ήταν μεγάλος. Πολλοί για να βρουν παρηγοριά τραγουδούσαν για τους ξενιτεμένους και την ξενιτιά.

1ο

« μη με στέλνεις μάνα μ’

στην Αμερική

γιατί θα μαραζώσω

θα πεθάνω εκεί.

Μη με δέρνεις μάνα μ’

με τ’αργαλειού τ’αντί

και ‘γω θα πάω να πάρω

το γιο του Νικολή ».


2ο

« ποιος έχει πέτρινη καρδιά

καρδιά να μη ραΐσει

να πάει να πει της μάνας μου

να μη με περιμένει.

Μάνα με πήρε ο ποταμός

με πήρε το ποτάμι.

Μη κλαις μανούλα μου γλυκιά,

μη κλαις κι αναστενάζεις

εγώ φυλάω τα βουνά

τα έρημα τα ξένα».


3ο

« Μαύρο μου χελιδόνι

άσπρο μου περιστέρι

χαμήλωσ’τα φτερά σου

να φιάξω μια γραφή

να στήλω της καλής μου

να μη με καρτερεί.

Εδώ στα ξένα που’μαι

εδώ παντρεύτηκα.

Πήρα γυναίκα φράγκα,

μάγισσα πεθερά ».


4ο

« τί με κοιτάς που γέρασα

κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου

και με φωνάζεις γέροντα

εγώ γέρος δεν είμαι.

Με γέρασαν τα βάσανα

της ξενιτιάς οι πόνοι.

Έχω πολλά παράπονα

και θα τα φάει το χώμα.

Εγώ λεφτά δεν βάσταξα

για τα γεράματά μου.

Μου τα ’φαγαν οι έμορφες

κι αυτές οι μαυρομάτες ».


5ο

« Γλυκοχαράζουν τα βουνά

κι ο αυγερινός τραβιέται.

Βρίσκω μια κόρη που ‘πλενε

σε μαρμαρένια γούρνα.

Τη χαιρετώ, δε μου μιλεί

της κρένω, δε μου κρένει.

- Κόρη για βγάλε μου νερό

να πιω και ’γω ο κι ο μαύρος μου

και το λαγωνικό μου.

Σαράντα σύκλους (=κουβάδες) έβγαλε

στα μάτια δεν την είδα

και πάνω στους σαράνταδυο

τη βλέπω δακρυσμένη. ]

- Γιατί δακρύζεις λυγερή

και βαριαναστενάζεις;

Μήπως πενάς, μήπως διψάς

μην έχεις κακιά μάνα;

- Ούτε πεινώ, ούτε διψώ

ούτε έχω κακιά μάνα.

Έχω άντρα στην ξενιτιά

και λείπει δέκα χρόνους.

Στη μια, στις δυο τον καρτερώ

κι άμα δε ’ρθει κι αν δε φανεί

καλογριά θα γένω.

Θα πάω σε έρημο βουνό

να χτίσω μοναστήρι

και στο κελί θ’ ασφαλιστώ

και θα μαυροφορέσω.

Εμένα θα τρων’ τα βάσανα,

η ξενιτιά τον άντρα μ’.

- Κόρη μ’ ο άντρας σου πέθανε

κόρη μ’ ο άντρας σου χάθηκε.

Ψωμί, κερί του μοίρασα

και είπε να πληρώσεις.

- Ψωμί, κερί κι αν μοίρασες

διπλά να σε πληρώσω.

- Κόρη μ’ εγώ είμαι ο άντρας σου,

εγώ είμαι ο καλός σου.

- Αν είσαι εσύ ο άντρας μου,

αν είσαι ο καλός μου,

δείξε σημάδια της αυλής

και γω να σε πιστέψω.

- Έχεις μηλιά στην πόρτα σου

και κλίμα στην αυλή σου

που κάνει σταφύλι ροζακί

και το κρασί μοσκάτο.

- Διαβάτης ήσουν και είδες

και λες και μολογάς.

Πες μου σημάδια του σπιτιού

και τότε θα πιστέψω.

- Ανάμεσα στην κάμαρη

χρυσό καντήλι ανάβεις

και βλέπεις και στολίζεσαι

και πλέκεις τα μαλλιά σου.

- Αυτά είναι σημάδια του σπιτιού

που ξέρει ο κόσμος όλος.

Πεσ’ μου σημάδια του κορμιού

και τότε θα σε πιστέψω.

- Ελιά έχεις στο στήθος σου

ελιά και στη μασχάλη.

- Εσύ είσαι ο άντρας μου

εσύ είσαι ο καλός μου! ».

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΓΕΦΥΡΑ ΚΟΡΑΚΟΥ
 
 
Παλιά το πέρασμα από την Ήπειρο στη Θεσσαλία και αντίστροφα ήταν τρομερά δύσκολο.
Οι ταξιδιώτες είχαν να αντιμετωπίσουν, εκτός  από τα ψηλά βουνά, τον ορμητικό και μεγάλο ποταμό Αχελώο.
Για να νικηθεί αυτό το υδάτινο εμπόδιο έπρεπε να κτιστούν γεφύρια. Ένα από τα γεφύρια που κτίστηκαν ήταν "το γεφύρι του Κοράκου".
 
 

 

 

Ένωνε το Ν. Καρδίτσας με το Ν. Άρτας. Το έκτισε το 1514 - 1515 ο αρχιεπίσκοποςτης Λάρισας Βησσαρίωνας, ο οποίος για να συγκεντρώσει τα χρήματα ταξίδεψε στα Βαλκάνια. Όταν γύρισε από το ταξίδι βρήκε τους μαστόρους έτοιμους να κλειδώσουν το τόξο του γεφυριού. Εκείνη όμως τη μέρα έγινε σεισμός και το γεφύρι γκρεμίστηκε. Οι μαστόροι απογοητεύτηκαν και σκέφτηκαν να εγκαταλείψουν το έργο.
 
Λέγεται ότι, τότε ο επίσκοπος έριξε στην όχθη του ποταμού μια χούφτα χρυσά νομίσματα και το κτίσιμο ξανάρχισε.
 
Το έργο προχωρούσε αλλά τα χρήματα άρχισαν να τελειώνουν. Ο επίσκοπος επιχείρησε νέο ταξίδι, αυτή τη φορά στην Ουγγαρία και στην Τσεχοσλοβακία. Όταν γύρισε το έργο είχε τελειώσει.
 
Ο επίσκοπος όρισε την ημέρα για τα εγκαίνια. Την ίδια μέρα έκανε και τον αγιασμό μπροστά στους μαστόρους και στους χωρικούς από τα γύρω χωριά. Για την ονομασία του γεφυριού υπάρχουν τέσσερις εκδοχές.
 
Σύμφωνα με την πρώτη, όταν ο επίσκοπος έκανε τον αγιασμό ρώτησε πως φαινόταν πάνω στη μεγάλη καμάρα.
 
<< Σαν κόρακας Δέσποτα>> είπαν οι χωρικοί. <<Γεφύρι του Κόρακα, ας είναι το όνομά του>> είπε ο επίσκοπος.
 
Η δεύτερη εκδοχή, μας πληροφορεί ότι το ονόμασε έτσι ο πρωτομάστορας. Όταν είδε τον επίσκοπο να περπατάει πάνω στο γεφύρι του φώναξε από την όχθη του ποταμού: << Σα κόρακας φαίνεσαι εκεί πάνω γέροντα>>.
 
Η τρίτη εκδοχή είναι διαφορετική. Όταν τελείωσε το έργο, όλα τα ξύλα που είχαν χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή πήραν φωτιά. Ο καπνός μαύρισε το γεφύρι και έτσι πήρε το όνομα.
 
Η τελευταία εκδοχή μιλάει για ένα κοράκι που κάθισε στο γεφύρι όταν τελείωσε ο αγιασμός. Το επεισόδιο το πήρε η λαϊκή μούσα και το έκανε τραγούδι:

"Τ' έχεις καημένε κόρακα

και σκούζεις και φωνάζεις;

Μήνα διψάς για αίματα

για τούρκικα κεφάλια;

Πέτα, ψηλά κατ' Άγραφα

στου Άσπρου το γεφύρι".

 

 
Το γεφύρι ανατινάχτηκε το Μάρτιο του 1949. Σήμερα σώζονται μόνο τα βάθρα του.
 

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

ΤΟΠΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
 
 
Από τη περιοχή δεν έλειψε και η τοπική ποίηση. Παρουσιάζουμε εδώ τρία ποιήματα, από τα πολλά που έγραψε ένας ντόπιος ποιητής από τη Μεγαλόχαρη, ο μπαρμπα-Λάζος ο Τόλης.
 


Το πρώτο ποίημα αναφέρεται σ’ ένα περιστατικό που έγινε στο χωριό Μεγαλόχαρη.
 

 

 

« Και ο Αποστόλης ο καημένος

και το αλέτρη φορτομένος

 
 

πήγε εκή δια να ζέψη

 
και του έσπασε το αλέτρη

 

 

αμέσως τρέχει στις Καργιές *

 

(*=συνοικισμός του χωριού Μεγαλόχαρη)

 

δια να βρή παρηγοριές.

 
-Καλημέρα Θανασάκη

 

 
ήμε όλο χολή φαρμάκη
ο Θανάσης τρομαγμένος
και ρωτάη απελπισμένος

-Αποστολη ήσε καλά

 
μου πληγόνης την καρδιά

-πήγα να κάνο χωραφάκη

 

και έσπασα το αλετράκη.

 

-αφτό δεν είναι σοβαρό

 
αλέτρη θα σου δόσο εγό

 

 

και το αρπάζει αγκαλιά

 

έπιασε τη δημοσιά

 

με χαρά και με δροσιά

 

έπιασε τη δημοσιά

 
έφτασε στη χωραφιά

 

 
και ο Γληγόρης περιμένη

 

 

και ασήνη τι θα γένη

 

τώρα που ήρθες θα χαρώ

 
το έμαθη και το χωριό   ».

 

 

 

Το δεύτερο ποίημα αναφέρεται στην ξενιτιά. Ο ίδιος ο μπαρμπα Λάζος είχε μερικά από τα παιδιά του στην ξενιτιά.

 

 

« Καλός το γραματάκι μου, που ήρθε από τα ξένα

 

καλά χαμπέρια να μου πή παριγοριά σε μένα

 

μα η ψηχή χάρικε δε ξέρο τη να κάνο

 

όταν ήστανε μικρά σας ήχα εδό μοντά μου

 

αναπαβμένος ήμονα και χάρικε η καρδιά μου

 

τη φτόχια την γλεντούσαμε μαζή με τα παιδιά μου

 

η ξενιτιά σας χέρετε εσάς και τα πεδιά σας

 

και εμένα η καρδούλα μου δε λήπη από κοντά σας

 
 

έφχομε ολόψιχα ετούτη τη χρονιά καλά να την περάσετε μαζή με τα

παιδιά εφτιχισμένη η χρονιά με αγάπη και χαρά

 

μη με ξεχάσετε και εμένα ήμε πατέρας με πεδιά

 

εμένα τα χρόνια πέρασαν θα πιάσω την καλή

 

τα χρόνια ήνε δύσκολα σε τούτη τη ζωή

 

πάλη θα θιμεθίτε την όμορφη Ελάδα

 

να ξαναγερίσετε για καθαρόν αέρα

 

την πατρίδα την γλυκιά και την αγαπιμένη

 

ποτέ μη την ξεχάσετε γιατή ήνε στολισμένη

 

τον καθαρό της ουρανό και την πρασινάδα

 

αφτό ήνε και το χάρισμα που έχει η Ελάδα

 

έχη τον ίλιο καθαρό και καθαρή λιακάδα

 

και πάλη μη ξεχάσετε την όμορφη Ελάδα ».

 

 

 

 
Το τρίτο ποίημα αναφέρεται στο ιστορικό Μοναστήρι της Γεννήσεως της Θεοτόκου στο χωριό Μεγαλόχαρη.

Σύμφωνα με την παράδοση το έκτισαν άνθρωποι που ήρθαν από μια περιοχή του Σουλίου. Το ποίημα αναφέρεται σε αυτό το γεγονός και στο πανηγύρι που γίνεται κάθε χρόνο στις 8 Σεπτεμβρίου στην αυλή του Μοναστηριού.

 

 

« Από το Σούλη ξεκινήσανε τα ζώα φορτομένα

 

σηνοδηγούς τους έχουνε, αφτά ήνε και γραμένα

 

μηρόνηκτα βαδίσανε στον προορησμό να φτάσουν

 

όπου θα σταματήσονε το μοναστήρη να φκιάξουν

 

η Χάρη τους οδήγησε στη Μπότση δια να φτάσουν

 

στα Αμπέλια να κατέβονη το μοναστήρη να φκιάξουν

 

πολλές εώνες πέρασαν από εκήνη τη γενεά

 

αφτή ήτανε ορθόδοξη και με καλή καρδιά

 

το μοναστήρη φκιάξανε και την εκλησία

 

στον τήχο αγηογραφησαν και τη Παναγία

 

πολλές φηλές που πέρασαν στον άιον τον τόπον

 

και πάλη εμής τον έχομε με αγάπη και με πόθον

 

αρχαία ήνε εκλησία και το μοναστήρη

 

και μετά από αφτά πολλά θα έχουν γήνη

 

αφτά ήθελα να πό χωρηανή και φήλη

 

να το συνεχήσομε αφτό το πανεγήρη

 

θα βοηθήση ο Χρηστός και η Παναγία

 

θα μας δόση τα αγαθά και την εφτηχία

 

γηά σας χωρηανή, συγκενής και φήλη

 

ποτές μη το ξεχάσουμε αφτό το πανεγήρη

 

αφτή ήνε η Παναγία και θαμβατοργή

 

και να την προσκυνάμη με την καλή ψηχή ».

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Στο χωριό Μεγαλόχαρη και στο συνοικισμό Αμπέλια βρίσκεται ο ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Είναι το μόνο κτίσμα που απέμεινε από το μοναστήρι που υπήρχε μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Κτίστηκε το 13ο αιώνα και αναστηλώθηκε στά μέσα περίπου του 17ο αιώνα. Στη εποχή της τουρκοκρατίας είχε μεγάλη περιουσία, όπως αμπέλια ( πήρε και ο συνοικισμός το όνομά του ) κτηνοτροφία και μελισσοκομία.


Από αυτό θα ξεκινήσουν οι επαναστάσεις των Ραδοβυζινών το 1854, το 1866 και το 1878 που είχαν σαν αποτέλεσμα την απελευθέρωση της Άρτας και της Θεσσαλίας.

Ο ΝΑΟΣ


Δυτικά και βόρεια του ναού υπήρχαν μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα τα 24 κελιά των μοναχών. Αυτά τα γκρέμισαν οι χωριανοί και με τις πέτρες τους έκτισαν τον γυναικωνίτη και διώροφο Δημοτικό Σχολείο στη αυλή του Μοναστηριού. Το σχολείο λειτούργησε από το 1926 έως το 1958. Σε αυτό φοιτούσαν μαθητές από την Μεγαλόχαρη, το Μεσόπυργο, τα Μηλιανά, το Αστροχώρι. Το 1962 οι χωριανοί το γκρέμισαν γιατί έγιναν άλλα σχολεία. Το 1962 έκλεισε και ο ναός για να επισκευαστεί και το 1965 δόθηκε η άδεια να ξαναλειτουργήσει. Έκλεισε για δεύτερη φορά το 1967 για « άγνωστους λόγους». Το 1977 χαρακτηρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού σαν διατηρητέο ιστορικό μνημείο. το 1983 οι χωριανοί ζήτησαν να ξαναλειτουργήσει ο ναός όπως και έγινε. Γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου. Αυτή τη μέρα γίνονται οι πολιτιστικές εκδηλώσεις του χωριού στη αυλή του. Ο ναός είναι μονόκλιτος με εγκάρσιο σκαφοειδή θόλο, ο οποίος ενώ εξωτερικά είναι ορθογώνιος στο εσωτερικό οι γωνίες του στρογγυλεύουν. Στη βόρεια και στη νότια πλευρά φέρει τρίπλευρους χορούς. Η είσοδος στο ναό γίνονταν από τη βόρεια πλευρά μέχρι πρόσφατα όμως τώρα γίνεται από τη δυτική πλευρά. Η πόρτα της βόρειας πλευράς είναι μικρή. Το ύψος της φτάνει το 1,50 μ. και το πλάτος της τα 65 περίπου εκατοστά.

Πάνω από αυτήν υπάρχει υπέρθυρο με την Βρεφοκρατούσα Παναγία. Σήμερα σώζεται σε άσχημη κατάσταση. Από την πόρτα κατεβαίνουμε τρία σκαλιά και μπαίνουμε στον κυρίως ναό. Δεν υπάρχει Νάρθηκας. Ο κυρίως ναός και το Ιερό κοσμούνται ολόκληρα με τοιχογραφίες. Δυστυχώς ο καπνός από τα κεριά τις έχει κάνει δυσδιάκριτες. Χειρότερη καταστροφή έχουν πάθει οι χαμηλότερες τοιχογραφίες από το ασβέστωμα.

Ο κυρίως ναός φωτίζεται από τρία μικρά τοξωτά παραθύρια που υπάρχουν στο θόλο.

Στην κάμαρα του θόλου παριστάνεται ο Παντοκράτορας. Χαμηλότερα σε ομόκεντρη ζώνη παριστάνονται επτά Αρχάγγελοι ανάμεσα στην Παναγία και τον Πρόδρομο. Αριστερά και δεξιά από το παράθυρο του θόλου στη νότια πλευρά του ναού παριστάνονται οι προφήτες, πιο κάτω η Μεταμόρφωση και στην τελευταία ζώνη τρεις ολόσωμοι Άγιοι ( Νέστορας, Προκόπιος, δε διαβάζεται το όνομα του τρίτου Αγίου).

 


Στη βόρεια πλευρά του ναού και αριστερά και δεξιά από το παράθυρο του θόλου παριστάνονται οι προφήτες, πιο κάτω ο Επιτάφιος θρήνος και στην τελευταία ζώνη οι ολόσωμοι Άγιοι Παντελεήμων, Δημήτριος και Γεώργιος.

Ανάμεσα στη μορφή του Αγίου Γεωργίου και στο τέμπλο υπήρχε παλιά κρεμασμένη στον τοίχο η εικόνα της Βρεφοκρατούσας Παναγίας. Ήταν ολόκληρη από ασήμι και όπως λένε οι χωριανοί ζύγιζε 4 ή 7 οκάδες. Κανένας δεν ξέρει πού βρίσκεται η εικόνα σήμερα. Στην ημικυκλική οροφή του κυρίως ναού παριστάνεται ο Χριστός καθισμένος σε κυκλική δόξα. Γύρω Του σε κυκλική ζώνη παριστάνονται τα εννιά τάγματα των αγγέλων. Το τέμπλο έχει φυτική διακόσμηση. Όπως λένε οι χωριανοί μεταφέρθηκε το 1665 από τη Λάρισα και τοποθετήθηκε στο ναό.

 


Στην κορυφή του τέμπλου παριστάνεται η Σταύρωση. Ο Σταυρός του Χριστού πατάει πάνω σε ένα κοκκινωπό άλογο , που έχει φτερά και μαύρα κέρατα. Πιο κάτω παριστάνονται δυο δράκοντες και ανάμεσά τους ένα κοκκινωπό ανθρώπινο κρανίο.

Στη θέση της Μεγάλης Δέησης υπάρχουν δεκαεπτά μικρές εικόνες. Στη μέση η εικόνα του Χριστού. Δεξιά του Χριστού η Παναγία και αριστερά Του ο Πρόδρομος. Ένας άγγελος και έξι Άγιοι παριστάνονται δίπλα από την Παναγία και ένας άγγελος και έξι Άγιοι δίπλα από τον Πρόδρομο. Μια δεύτερη σειρά δεκαεπτά εικόνων βρίσκεται ακριβώς από κάτω.


Οι μεγάλες εικόνες αριστερά και δεξιά από την Ωραία Πύλη είναι αγορασμένες από τους χωριανούς. Οι παλιές εικόνες και το βημόθυρο φυλάγονται αλλού για ασφάλεια, επειδή έγιναν κλοπές στο μοναστήρι.

Το Ιερό φωτίζεται από μικρό τοξωτό παράθυρο της αψίδας. Σε αυτό παριστάνονται η Πλατυτέρα, και κάτω ο Άγιος Αθανάσιος και οι τρεις Ιεράρχες. Στη ημικυκλική οροφή του ιερού παριστάνεται η Ανάληψη.


Πάνω από την Αγία Τράπεζα υπήρχε παλαιότερα μια μικρή ασημένια λειψανοθήκη. Μέσα είχε ένα εγκόλπιο και πέντε οστά του Αγίου Τρύφωνα. Σήμερα φυλάγεται αλλού, αλλά τα οστά είναι μόνο δύο. Τα άλλα τρία κλάπηκαν.Το τρίτο τμήμα του ναού είναι ο γυναικωνίτης. Προστέθηκε το 1926. δεν έχει τοιχογραφίες και φωτίζεται από τέσσερα ορθογώνια παράθυρα.




Η νοτιοανατολική πλευρά του Ναού

 

ΘΡΥΛΟΙ – ΘΑΥΜΑΤΑ

ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

οι κάτοικοι διηγούνται ότι το μοναστήρι το έκτισαν άνθρωποι που ήρθαν από το Σούλι. Λένε ότι κάποτε οι άνθρωποι που ζούσαν σε κάποια περιοχή του Σουλίου είδαν ένα όνειρο. Σύμφωνα με αυτό έπρεπε να πάρουν τα ιερά της εκκλησίας τους και τα υπάρχοντά τους, να τα φορτώσουν στα ζώα και να φύγουν. Εκεί που θα σταματούσαν τα ζώα θα έκτιζαν μια εκκλησία. Έφτασαν στην περιοχή που είναι σήμερα το Μοναστήρι και κάθισαν να ξεκουραστούν. Όταν ξεκίνησαν να φύγουν τα ζώα δεν ήθελαν να προχωρήσουν. Έμειναν ακίνητα. Τότε θυμήθηκαν το όνειρο και έκτισαν το Μοναστήρι.

λέγεται ότι όταν πανηγύριζε το Μοναστήρι έρχονταν ένα ελάφι. Οι χωριανοί το έσφαζαν , το μαγείρευαν και το έτρωγαν οι προσκυνητές. Μια χρονιά άργησε να έρθει. Έφτασε το μεσημέρι κατακουρασμένο και από το στόμα του έβγαζε αφρούς. Δεν το άφησαν να ξεκουραστεί και το έσφαξαν. Από τότε δεν ξαναήρθε ελάφι στο πανηγύρι.

δίπλα από το Μοναστήρι υπήρχε ένα χωράφι που άνηκε σε αυτό και ήταν φυτεμένο με αμπέλια και καρποφόρα δέντρα. Δεν επιτρεπόταν να βοσκήσει κανένας εκεί τα ζώα του. Κάποια μέρα δυο αδέλφια έκλεισαν σε αυτό τα πρόβατά τους για να βοσκήσουν. Ο επίτροπος του Μοναστηριού τους έκανε παρατηρήσεις και αυτοί τον έδειραν. Τότε ο γέροντας έκλεισε την πόρτα της εκκλησίας, έριξε κάτω το κλειδί και αφού έβαλε αγκάθια μπροστά στην πόρτα είπε: ¨Παναγιά μου, αν δε κάνεις το θαύμα Σου, δεν θα ξανανοίξω την πόρτα¨. Το βράδυ μπήκαν λύκοι στο περιβόλι και έπνιξαν τα πρόβατα.

στις 4 Δεκεμβρίου του 1840, διηγούνται οι χωριανοί, πέρασε από την περιοχή της Μεγαλόχαρης ο Χατζή Πασάς με 40.000 στρατό και στρατοπέδευσε στο Μοναστήρι. Επειδή έκανε κρύο δυο στρατιώτες πήγαν να κόψουν μια πελώρια δάφνη που ήταν στην αυλή, για να ανάψουν φωτιά. Καθώς χτύπησαν τον κορμό πετάχτηκε ένα ξύλο και έβγαλε το μάτι του ενός. Θύμωσαν τότε οι άλλοι στρατιώτες και πήγαν να βοηθήσουν. Πέφτοντας κάτω η δάφνη σκότωσε δυο από αυτούς. Όταν το έμαθε ο πασάς ζήτησε από όλους χρήματα και όσα συγκέντρωσε τα άφησε στο Μοναστήρι.

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Στο χωριό Μεγαλόχαρη και στο συνοικισμό Αμπέλια βρίσκεται ο ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Είναι το μόνο κτίσμα που απέμεινε από το μοναστήρι που υπήρχε μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Κτίστηκε το 13ο αιώνα και αναστηλώθηκε στά μέσα περίπου του 17ο αιώνα. Στη εποχή της τουρκοκρατίας είχε μεγάλη περιουσία, όπως αμπέλια ( πήρε και ο συνοικισμός το όνομά του ) κτηνοτροφία και μελισσοκομία.


Από αυτό θα ξεκινήσουν οι επαναστάσεις των Ραδοβυζινών το 1854, το 1866 και το 1878 που είχαν σαν αποτέλεσμα την απελευθέρωση της Άρτας και της Θεσσαλίας.

Ο ΝΑΟΣ


Δυτικά και βόρεια του ναού υπήρχαν μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα τα 24 κελιά των μοναχών. Αυτά τα γκρέμισαν οι χωριανοί και με τις πέτρες τους έκτισαν τον γυναικωνίτη και διώροφο Δημοτικό Σχολείο στη αυλή του Μοναστηριού. Το σχολείο λειτούργησε από το 1926 έως το 1958. Σε αυτό φοιτούσαν μαθητές από την Μεγαλόχαρη, το Μεσόπυργο, τα Μηλιανά, το Αστροχώρι. Το 1962 οι χωριανοί το γκρέμισαν γιατί έγιναν άλλα σχολεία. Το 1962 έκλεισε και ο ναός για να επισκευαστεί και το 1965 δόθηκε η άδεια να ξαναλειτουργήσει. Έκλεισε για δεύτερη φορά το 1967 για « άγνωστους λόγους». Το 1977 χαρακτηρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού σαν διατηρητέο ιστορικό μνημείο. το 1983 οι χωριανοί ζήτησαν να ξαναλειτουργήσει ο ναός όπως και έγινε. Γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου. Αυτή τη μέρα γίνονται οι πολιτιστικές εκδηλώσεις του χωριού στη αυλή του. Ο ναός είναι μονόκλιτος με εγκάρσιο σκαφοειδή θόλο, ο οποίος ενώ εξωτερικά είναι ορθογώνιος στο εσωτερικό οι γωνίες του στρογγυλεύουν. Στη βόρεια και στη νότια πλευρά φέρει τρίπλευρους χορούς. Η είσοδος στο ναό γίνονταν από τη βόρεια πλευρά μέχρι πρόσφατα όμως τώρα γίνεται από τη δυτική πλευρά. Η πόρτα της βόρειας πλευράς είναι μικρή. Το ύψος της φτάνει το 1,50 μ. και το πλάτος της τα 65 περίπου εκατοστά.

Πάνω από αυτήν υπάρχει υπέρθυρο με την Βρεφοκρατούσα Παναγία. Σήμερα σώζεται σε άσχημη κατάσταση. Από την πόρτα κατεβαίνουμε τρία σκαλιά και μπαίνουμε στον κυρίως ναό. Δεν υπάρχει Νάρθηκας. Ο κυρίως ναός και το Ιερό κοσμούνται ολόκληρα με τοιχογραφίες. Δυστυχώς ο καπνός από τα κεριά τις έχει κάνει δυσδιάκριτες. Χειρότερη καταστροφή έχουν πάθει οι χαμηλότερες τοιχογραφίες από το ασβέστωμα.

Ο κυρίως ναός φωτίζεται από τρία μικρά τοξωτά παραθύρια που υπάρχουν στο θόλο.

Στην κάμαρα του θόλου παριστάνεται ο Παντοκράτορας. Χαμηλότερα σε ομόκεντρη ζώνη παριστάνονται επτά Αρχάγγελοι ανάμεσα στην Παναγία και τον Πρόδρομο. Αριστερά και δεξιά από το παράθυρο του θόλου στη νότια πλευρά του ναού παριστάνονται οι προφήτες, πιο κάτω η Μεταμόρφωση και στην τελευταία ζώνη τρεις ολόσωμοι Άγιοι ( Νέστορας, Προκόπιος, δε διαβάζεται το όνομα του τρίτου Αγίου).

Στη βόρεια πλευρά του ναού και αριστερά και δεξιά από το παράθυρο του θόλου παριστάνονται οι προφήτες, πιο κάτω ο Επιτάφιος θρήνος και στην τελευταία ζώνη οι ολόσωμοι Άγιοι Παντελεήμων, Δημήτριος και Γεώργιος.

Ανάμεσα στη μορφή του Αγίου Γεωργίου και στο τέμπλο υπήρχε παλιά κρεμασμένη στον τοίχο η εικόνα της Βρεφοκρατούσας Παναγίας. Ήταν ολόκληρη από ασήμι και όπως λένε οι χωριανοί ζύγιζε 4 ή 7 οκάδες. Κανένας δεν ξέρει πού βρίσκεται η εικόνα σήμερα. Στην ημικυκλική οροφή του κυρίως ναού παριστάνεται ο Χριστός καθισμένος σε κυκλική δόξα. Γύρω Του σε κυκλική ζώνη παριστάνονται τα εννιά τάγματα των αγγέλων. Το τέμπλο έχει φυτική διακόσμηση. Όπως λένε οι χωριανοί μεταφέρθηκε το 1665 από τη Λάρισα και τοποθετήθηκε στο ναό.

Στην κορυφή του τέμπλου παριστάνεται η Σταύρωση. Ο Σταυρός του Χριστού πατάει πάνω σε ένα κοκκινωπό άλογο , που έχει φτερά και μαύρα κέρατα. Πιο κάτω παριστάνονται δυο δράκοντες και ανάμεσά τους ένα κοκκινωπό ανθρώπινο κρανίο.

Στη θέση της Μεγάλης Δέησης υπάρχουν δεκαεπτά μικρές εικόνες. Στη μέση η εικόνα του Χριστού. Δεξιά του Χριστού η Παναγία και αριστερά Του ο Πρόδρομος. Ένας άγγελος και έξι Άγιοι παριστάνονται δίπλα από την Παναγία και ένας άγγελος και έξι Άγιοι δίπλα από τον Πρόδρομο. Μια δεύτερη σειρά δεκαεπτά εικόνων βρίσκεται ακριβώς από κάτω.

Οι μεγάλες εικόνες αριστερά και δεξιά από την Ωραία Πύλη είναι αγορασμένες από τους χωριανούς. Οι παλιές εικόνες και το βημόθυρο φυλάγονται αλλού για ασφάλεια, επειδή έγιναν κλοπές στο μοναστήρι.

Το Ιερό φωτίζεται από μικρό τοξωτό παράθυρο της αψίδας. Σε αυτό παριστάνονται η Πλατυτέρα, και κάτω ο Άγιος Αθανάσιος και οι τρεις Ιεράρχες. Στη ημικυκλική οροφή του ιερού παριστάνεται η Ανάληψη.

Πάνω από την Αγία Τράπεζα υπήρχε παλαιότερα μια μικρή ασημένια λειψανοθήκη. Μέσα είχε ένα εγκόλπιο και πέντε οστά του Αγίου Τρύφωνα. Σήμερα φυλάγεται αλλού, αλλά τα οστά είναι μόνο δύο. Τα άλλα τρία κλάπηκαν.Το τρίτο τμήμα του ναού είναι ο γυναικωνίτης. Προστέθηκε το 1926. δεν έχει τοιχογραφίες και φωτίζεται από τέσσερα ορθογώνια παράθυρα.



Η νοτιοανατολική πλευρά του Ναού

ΘΡΥΛΟΙ – ΘΑΥΜΑΤΑ

ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

οι κάτοικοι διηγούνται ότι το μοναστήρι το έκτισαν άνθρωποι που ήρθαν από το Σούλι. Λένε ότι κάποτε οι άνθρωποι που ζούσαν σε κάποια περιοχή του Σουλίου είδαν ένα όνειρο. Σύμφωνα με αυτό έπρεπε να πάρουν τα ιερά της εκκλησίας τους και τα υπάρχοντά τους, να τα φορτώσουν στα ζώα και να φύγουν. Εκεί που θα σταματούσαν τα ζώα θα έκτιζαν μια εκκλησία. Έφτασαν στην περιοχή που είναι σήμερα το Μοναστήρι και κάθισαν να ξεκουραστούν. Όταν ξεκίνησαν να φύγουν τα ζώα δεν ήθελαν να προχωρήσουν. Έμειναν ακίνητα. Τότε θυμήθηκαν το όνειρο και έκτισαν το Μοναστήρι.

λέγεται ότι όταν πανηγύριζε το Μοναστήρι έρχονταν ένα ελάφι. Οι χωριανοί το έσφαζαν , το μαγείρευαν και το έτρωγαν οι προσκυνητές. Μια χρονιά άργησε να έρθει. Έφτασε το μεσημέρι κατακουρασμένο και από το στόμα του έβγαζε αφρούς. Δεν το άφησαν να ξεκουραστεί και το έσφαξαν. Από τότε δεν ξαναήρθε ελάφι στο πανηγύρι.

δίπλα από το Μοναστήρι υπήρχε ένα χωράφι που άνηκε σε αυτό και ήταν φυτεμένο με αμπέλια και καρποφόρα δέντρα. Δεν επιτρεπόταν να βοσκήσει κανένας εκεί τα ζώα του. Κάποια μέρα δυο αδέλφια έκλεισαν σε αυτό τα πρόβατά τους για να βοσκήσουν. Ο επίτροπος του Μοναστηριού τους έκανε παρατηρήσεις και αυτοί τον έδειραν. Τότε ο γέροντας έκλεισε την πόρτα της εκκλησίας, έριξε κάτω το κλειδί και αφού έβαλε αγκάθια μπροστά στην πόρτα είπε: ¨Παναγιά μου, αν δε κάνεις το θαύμα Σου, δεν θα ξανανοίξω την πόρτα¨. Το βράδυ μπήκαν λύκοι στο περιβόλι και έπνιξαν τα πρόβατα.

στις 4 Δεκεμβρίου του 1840, διηγούνται οι χωριανοί, πέρασε από την περιοχή της Μεγαλόχαρης ο Χατζή Πασάς με 40.000 στρατό και στρατοπέδευσε στο Μοναστήρι. Επειδή έκανε κρύο δυο στρατιώτες πήγαν να κόψουν μια πελώρια δάφνη που ήταν στην αυλή, για να ανάψουν φωτιά. Καθώς χτύπησαν τον κορμό πετάχτηκε ένα ξύλο και έβγαλε το μάτι του ενός. Θύμωσαν τότε οι άλλοι στρατιώτες και πήγαν να βοηθήσουν. Πέφτοντας κάτω η δάφνη σκότωσε δυο από αυτούς. Όταν το έμαθε ο πασάς ζήτησε από όλους χρήματα και όσα συγκέντρωσε τα άφησε στο Μοναστήρι.

ΔΙΑΜΟΝΗ

Στις Καρυές βρίσκεται ο παραδοσιακός Ξενώνας « Η ΠΕΤΡΙΝΗ ΒΡΥΣΗ ».





Εκεί ο επισκέπτης θα συναντήσει την κ.Βασιλική ,τον κ.Κώστα και τον κ.Γιώργο Κοσσυβάκη ,οι οποίοι,  τιμώντας την παράδοση που θέλει την Ηπειρώτικη και ιδιαίτερα την Μεγαλοχαρίτικη φιλοξενία μοναδική εμπειρία, θα φροντίσουν για μια ευχάριστη διαμονή, με απολαυστική  ηπειρώτικη κουζίνα από  ντόπια προιόντα και αξέχαστες στιγμές στο παραδοσιακό καφενεδάκι δίπλα στον Ξενώνα !
 
 
 
         
Γιώργος
Κοσσυβάκης                        Κώστας και Βασιλική Κοσσυβάκη

 
Επίσης ο επισκέπτης εκτός από την ευχάριστη διαμονή του, θα απολαύσει

και την πανοραμική θέα που προσφέρει ο Ξενώνας.

Τηλ. 26850 61269 –26850 61229

κιν. 697 239 4149





You are here: Home Χωριό πληροφορίες χωριού