ΘΑΝΑΤΟΣ - ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ


Όταν πέθαινε κάποιος όλο το χωριό συμμετείχε στο πένθος. Οι άντρες φορώντας μια μαύρη κορδέλα στο μανίκι και οι γυναίκες φορώντας μαύρα ρούχα πήγαιναν στο πονεμένο σπίτι.
Στη μέση ενός δωματίου ήταν το φέρετρο με τον νεκρό και γύρω του οι στενοί συγγενείς του. Ο νεκρός ήταν σκεπασμένος με λουλούδια και κλαράκια από δέντρα.

Πολλές φορές έβαζαν στο φέρετρο και πράγματα που είχε αγαπήσει στη ζωή του όπως το ρολόι του ή το κομπολόι του.

Οι συζητήσεις στο πένθιμο σπίτι γίνονταν σε χαμηλό τόνο. Δυνατά ακούγονταν μόνο τα μοιρολόγια. Αυτά τα έλεγαν μόνο οι «μοιρολογίστρες». Άλλα τα ήξεραν και άλλα τα επινοούσαν εκείνη τη στιγμή. Αυτά ήταν σχετικά με την ηλικία του νεκρού, την οικογενειακή του κατάσταση και την κοινωνική του θέση. Μερικά από αυτά είναι τα παρακάτω:


1ο

« Έχω τον πόνο στην καρδιά

το βάσανο στα χείλη.

Δεν έχω τίνος να το πω

και να το μολογήσω.

Θα γράψω γράμμα και γραφή

στη μάνα μ’ και στην αδερφή,

να το διαβάσ’ η μάνα μου

ν’ ακούσ’ η αδερφή μου

να κλάψουν και οι δυο μαζί.

Να κλάψουνε και τα βουνά

να κλάψουν και οι κάμποι.

Να σας το πω άσπρα βουνά

να σας το πω μαύρα κλαριά,

τα φύλλα τους να πέσουν,

να βγουν μαύρα πουλιά

στον κάμπο για να κλάψουν».


2ο

« Θέλετε δέντρα ανθίσετε,

θέλετε μαραθείτε .

στον ίσκιο σας δεν κάθομαι

ούτε και στη δροσιά σας.

Εγώ θα φύγω μακριά.

Θα’ ρθω όταν  ανθίσ’ ο ξέρακας

να βγάλει νιο βλαστάρι,

όντας θα στίψ’ η θάλασσα

να γίνει περιβόλι ».



3ο

« Με γέλασαν τα πουλιά

φτιάχνω τα σπίτια μου ψηλά,

τα μάρμαρα χτισμένα

και τα πορτοπαράθυρα

στον ήλιο γυρισμένα.

Στο μπαλκονάκι βγήκα

βλέπω το χάρο να ΄ρχεται

φέρνει τους νιους απ΄ τα μαλλιά

τους γέρους απ΄ τα γένια,

φέρνει και τα μικρά παιδιά

στη σέλα κρεμασμένα ».


4ο

« Θέλετε δέντρα ανθίσετε,

θέλετε μαραθείτε.

Στον ίσκιο σας δεν κάθομαι

ούτε και στη δροσιά σας.

Μου ήρθαν χρόνοι δίσεκτοι

και μήνες οργισμένοι

και μου ’γραψε ο χάροντας

ταξίδι να με πάρει.

Παιδιά μου σας αφήνω γεια

και πάω στον άλλο κόσμο ».


5ο

« Σταμάτα χάρε τ’ άλογα

λίγο να  ξανασάνουν

να πάρουν διάβα τα βουνά

και τις βουνοπλαγιές

ν’ αφήσω γεια στα παιδιά

και σ’ όλους τους συγγενείς ».


6ο

« Απόψε μου’ ρθε μια φωνή

απ΄ τον απάνω κόσμο.

Ήταν τις δόλιας μ’ αδερφής

της έρμης μου γυναίκας

που έκλαιγαν τον πόνο τους

τα μαύρα βάσανά τους ».


7ο

« Με γέλασαν τα πουλιά,

της άνοιξης τ’ αηδόνια.

Βάνω, φιάχνω τα σπίτια μου

τα μαρμαροχτισμένα.

Στο μπαλκονάκι έκατσα

τους κάμπους αγναντεύω.

Βλέπω το χάρο να’ ρχεται

στο γρίβα καβαλάρης.

Άσε με Χάρε μ’ άσε με

ακόμα τρεις μερούλες ».


8ο

« με γέλασαν τα πουλιά

της άνοιξης τ’αηδόνια.

Μου είπαν πως ο Χάρος

εμένα δεν θα πάρει.

Φιάχνω τα σπίτια μου ψηλά.

Στο μπαλκονάκι βγήκα

αέρα για να πάρω

και στο καλό το καθισιό

το Χάρο βλέπω να ’ρχεται

μαζί με μαύρο άλογο ».


9ο

« Παίρνουν κι ανθίζουν τα κλαριά

κι οι κάμποι λουλουδίζουν.

Ήρθαν πουλιά της άνοιξης

τ’ Απρίλη τα λουλούδια

για κι η μεγάλη η πασχαλιά

με το ¨Χριστός Ανέστη¨

και συ μικρό παιδάκι μου

μέσα στη γη τη μαύρη ».


10ο

« Με γέλασε μια χαραυγή

τ’ αστρί και το φεγγάρι

και βγήκα νύχτα στα βουνά

νύχτα στα κορφοβούνια

κι ακούμπησα το χέρι μου

τον ύπνο για να πάρω.

Ακούω μια πετροπέρδικα

που πετροκαταριόταν.

Αϊτέ μου που φαγες τον άντρα μου

και το γλυκό μου ταίρι

Ακούω τα πεύκα να βογγούν

και τις οξιές να τρίζουν.

Σφυρίζω ο μαύρος κλέφτικα

ρίχνω και δυο τουφέκια,

μήπως μ’ ακούσ’ ο Κώστας μου

που είναι πεθαμένος ».

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ

Οι προλήψεις ήταν πολύ διαδεδομένες στα χωριά της περιοχής. Τις ήξεραν οι μεγάλοι και προσπαθούσαν να τις μεταδώσουν και στους νεότερους.

Πίστευαν λοιπόν ότι:

Το βράδυ να μη φωνάζουμε όταν βγαίνουμε από το σπίτι γιατι ο διάβολος μας παίρνει την φωνή.

Να αποφεύγουμε να κοιμόμαστε κάτω από τη συκιά και καρυδιά γιατί δεν μπορούμε να ξυπνήσουμε

Να μην κοιταζόμαστε νύχτα στον καθρέφτη γιατί αρρωσταίνουν τα μάτια μας

Να μη δανείζουμε μετά τη δύση του ηλίου αυγά, αλεύρι, προζύμι, και αλάτι γιατί παθαίνει ζημιά η οικογένεια.

Τις Κυριακές δεν επιτρέπεται να σκάβουμε, να ζυμώνουμε, να σπέρνουμε, να ράβουμε και να λουζόμαστε.

Την Τρίτη και την Παρασκευή να μην πλέκουμε, να μην γνέθουμε, να μην κόβουμε τα νύχια μας. Όταν λουστεί κάποιος Τρίτη και Παρασκευή και περάσει το βράδυ από κάποιο ρέμα ένας σατανάς θα τον χαστουκίσει!!….

Την πρώτη Πέμπτη του Απριλίου δεν πρέπει να ράβουμε , να απλώνουμε άσπρα ρούχα στον ήλιο και να βγάζουμε σιδερένια αντικείμενα έξω από το σπίτι.

Τις πρώτες μέρες του Αυγούστου να μην ποτίζουμε τις πατάτες γιατί θα σαπίσουν, να μη λουζόμαστε γιατί θα πέσουν τα μαλλιά μας και να μην κόβουμε ξύλα για οικοδομή γιατί θα σαπίσουν.

Μέσα στο σπίτι να μην αφήνουμε ανοιχτές τις ομπρέλες γιατί φέρνουν γρουσουζιά.

Όταν τρώμε να μην κοιταζόμαστε στον καθρέφτη γιατί θα πέσουν τα δόντια μας.

Όταν φεύγει κάποιος για ταξίδι να μην σκουπίζουμε το δωμάτιό του τη ίδια μέρα ούτε να στρώνουμε το κρεβάτι του γιατί θα πάθει κακό στη διάρκεια του ταξιδιού.

Ο μουσαφίρης μετά το φαγητό να μην διπλώσει την πετσέτα του γιατί δεν ξανάρχεται. Όταν μπουσουλάει το μικρό παιδί θα έρθει μουσαφίρης.

Όταν χυθεί ο καφές από την μεριά που πίνουμε θα πάρουμε χρήματα και όταν χυθεί από την αντίθετη μεριά θα δώσουμε χρήματα.

Όταν έχει φαγούρα η δεξιά παλάμη θα δώσουμε χρήματα ή θα χαιρετήσουμε κάποιον ενώ όταν έχει η αριστερή θα πάρουμε χρήματα.

Τα μαλλιά που πέφτουν από τη ρόκα όταν γνέθουμε να μην τα ρίχνουμε στη φωτιά γιατί αρρωσταίνουν τα πρόβατα.

Η ψυχή του νεκρού γυρίζει για σαράντα μέρες στο σπίτι του. Γι' αυτό αν βάλουμε σε ένα ποτήρι με κρασί στο τραπέζιτο βράδυ το πρωί θα το βρούμε άδειο, γιατί το πίνει η ψυχή του νεκρού.

 

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΓΙΑΤΡΟΣΟΦΙΑ


Μεγάλο ήταν παλιά το πρόβλημα των ασθενειών. Δεν υπήρχαν γιατροί στην περιοχή και έπρεπε να κατεβούν στην πόλη με τα πόδια, γιατί συγκοινωνία δεν υπήρχε. Το ταξίδι ήταν κουραστικό και ο άρρωστος χειροτέρευε. Οι χωριανοί για να αντιμετωπίσουν τις αρρώστιες βρήκαν μόνοι τους τρόπους. Πρακτικοί γιατροί προσέφεραν βοήθεια στους αρρώστους. Οι ίδιοι παρασκεύαζαν γιατρικά.
Τέτοια ήταν:

 


Διάρροια:
Έπιναν βρασμένη ρίγανη.


Έγκαυμα:
Έριχναν λάσπη πάνω σ’ αυτό και μετά τοματόπαστα. Άλλες φορές έβραζαν αρκουδόβατο και άλειφαν το πονεμένο μέρος.


Εξανθήματα:
Έχυναν πάνω τους το υγρό που έβγαινε από τα ξύλα όταν αυτά καίγονταν. Άλλες φορές τα σκέπαζαν με αλοιφή που την είχαν παρασκευάσει με τον εξής τρόπο:  έτριβαν καρύδια και φασόλια, τα έψηναν και τα ανακάτευαν με λάδι. Πιο εύκολη αλοιφή ήταν το ανακατεμένο λάδι με ψημένο κρεμμύδι.


Κρυολόγημα:
Έπιναν το χυμό από βρασμένα κράνια ή κεράσια.


Κοιλόπονος:
Έπιναν το ζουμί από βρασμένα σπαράγγια.


Κολικός:
Έπιναν το ζουμί από βρασμένη λαγομηλιά ή από βρασμένη αγριάδα.


Κριθαράκι:
Μια πρωτότοκη γυναίκα ή ένας πρωτότοκος άντρας έλεγε τρία πρωινά τα εξής λόγια:


« αμ, αμ, κριθαράκι

εγώ σ’έσπειρα στάρι

και συ βγήκες κριθάρι.

Ούτε στάρι, ούτε κριθάρι

Ούτε ρίζα να μην μείνει ».

Μετά, σταυρώναν τρεις φορές το μάτι.

Λειχήνες:
Έβαζαν πάνω τους τα γάλα που έβγαινε από το φυτό γαλατσίδα.

Μελάνιασμα:
Άπλωναν πάνω τους στουμπισμένες τσουκνίδες.

Πληγές:
Τις έπλεναν με κρασί και αλισίβα. Όταν έτρεχε πολύ αίμα έξυναν τη ζωστήρα που φορούσαν και άπλωναν τη σκόνη στην πληγή. Το αίμα σταματούσε σχεδόν αμέσως.

Πονόδοντος:
Έβραζαν το φυτό σκάρφη και το ζουμί του το κρατούσαν στο πονεμένο δόντι.

Πληγή από καρφί:
Έριχναν πάνω σε αναμμένα κάρβουνα κρύο νερό. Δημιουργούνταν ατμός και πάνω του κρατούσαν το πόδι για να μην μολυνθεί.

Πυρετός:
Έπιναν το ζουμί από βρασμένη αντρακίδα(αγκάθι) ή αλόη( χορτάρι)

Πόνος στη μέση:
Άλειφαν τη μέση με λίπος από ασβό.

Πύον:
Όταν μαζεύονταν σε κάποιο σημείο έριχναν εκεί ρετσίνι. Άνοιγε τότε το δέρμα και το πύο καθάριζε.

Στομαχόπονος:
Έπιναν το ζουμί από βρασμένα σκορπίδια (είδος φτέρης)

Συχνοουρία:
Έβραζαν κι έτρωγαν τη μουσούδα ενός γουρουνιού.

Ξένο σώμα στο μάτι:
Έβραζαν αυγό και τοποθετούσαν το ασπράδι στο μάτι.

Τραύματα:
Τα άλειφαν με ένα είδος αλοιφής που τη παρασκεύαζαν ως εξής:ανακάτευαν φλούδες από φράξο, ρετσίνι, κερί και λάδι.

Φαγούρα:
Έψηναν στη στάχτη θειάφι, χαλκό και ένα αυγό. Μετά τα έβραζαν με λάδι και άλειφαν το συγκεκριμένο μέρος.

Χτύπημα:
Τοποθετούσαν στο χτυπημένο σημείο αυγοσάπουνο. Ανακάτευαν το ασπράδι ενός αυγού και πράσινο σαπούνι.

Ψώρα:
Χρησιμοποιούσαν κεροαλοιφή. Σε ένα μικρό δοχείο ανακάτευαν λάδι, κερί , ρετσίνι από έλατο και τα έλιωναν στη φωτιά. Όταν κρύωνε η αλοιφή την άπλωναν στο σώμα τους.

Ρινορραγία:
Όταν μάτωνε η μύτη τους έψηναν το τσόφλι ενός αυγού και ρουφούσαν τη σκόνη από τη μύτη.

 

 

 

 

ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ

 

Δύο ήταν παλιά οι κύριες ασχολίες των κατοίκων της περιοχής: η γεωργία και η κτηνοτροφία. Άλλα επαγγέλματα τα εξασκούσαν λίγοι. Γράμματα μάθαιναν ελάχιστοι γιατί τα γυμνάσια βρίσκονταν στην πόλη και τα οικονομικά των γονέων ήταν πολύ περιορισμένα για να στείλουν εκεί τα παιδιά τους. Μεγάλο πρόβλημα αντιμετώπιζαν με τη συγκοινωνία. Όσοι ασχολούνταν με τη γεωργία αντιμετώπιζαν μεγάλες δυσκολίες. Τα χωράφια ήταν μικρά γεμάτα πέτρες και βρίσκονταν στις πλαγιές των βουνών.

 

Το όργωμα γινόταν με το αλέτρι που το έσερναν οι αγελάδες.

 

 

 

Εξαρτήματα για το ζώο                                              το αλέτρι


 

Τους σπόρους τους έριχναν στα χωράφια με τα χέρια. Λιπάσματα δεν χρησιμοποιούσαν. Αντί για αυτά έριχναν στα χωράφια κοπριά. Τα συνηθισμένα προϊόντα που καλλιεργούσαν ήταν το καλαμπόκι και το σιτάρι, που τους εξασφάλιζαν το ψωμί της χρονιάς.

 

Σκάλισμα της πατάτας

 

 

ΣΚΑΛΙΣΜΑ ΚΑΙ ΞΕΦΛΟΥΔΙΣΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΟΥ
 
Το πιο συνηθισμένο προϊόν που καλλιεργούσαν ήταν το καλαμπόκι. Όργωναν τα μικρά χωράφια τους με το αλέτρι και έριχναν τους σπόρους. Όταν έρχονταν ο καιρός για το σκάλισμα, οι άντρες και οι γυναίκες της οικογένειας άρχιζαν τη δουλειά. Πολλές φορές ζητούσαν βοήθεια από συγγενείς και γείτονες. Ήταν η λεγόμενη « παρακαλιά». Σκαλίζοντας τραγουδούσαν για να περνάει ευχάριστα η ώρα. Τα συνηθισμένα τραγούδια που έλεγαν ήταν:
Όταν ωρίμαζαν τα καλαμπόκια τα μάζευαν και τα κουβαλούσαν στις αυλές των σπιτιών για να τα ξεφλουδίσουν. Το ξεφλούδισμα γινόταν συνήθως τις απογευματινές και βραδινές ώρες. Στην αυλή του σπιτιού συγκεντρώνονταν η οικογένεια για τη δουλειά. Συνήθως μαζεύονταν εκεί πολλοί γείτονες για να βοηθήσουν. Με ανέκδοτα, τραγούδια και αστεία προχωρούσε η δουλειά. Η νοικοκυρά κερνούσε σταφύλια, σπιτικό χαλβάς και τσίπουρο ή ούζο. Μερικά από τα τραγούδια που έλεγαν είναι τα εξής:
 
 

1ο


« Να έρθουν οι γέροι του χωριού


και όλοι οι λεβέντες,


να ‘ρθουν τ’ αρχοντοκόριτσα


κι όλες οι παντρεμένες.


Να’ ρθουν εδώ στο στέκι μας


που οι ρόκες περιμένουν,


ν’ αρχίσει το ξεφλούδισμα


που όλοι το προσμένουν.


Οι ρόκες μας οι τρυφερές


το σπόρο τους να δώσουν


να γίνει άφθονο


που τρέφει παλικάρια».


 

2ο


« Τώρα την αυγή,


τώρα σιμά να φέξει


τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια


τώρα οι πέρδικες συχνολαλούν και λένε.


Ξύπνα αφέντη μου, ξύπνα γλυκό μου αιτέρι


ξύπνα και έφεξε, ξύπνα και πήρε η μέρα.


Ξύπνα φίλησε ματάκια λιγωμένα κι άσπρο λαιμό


που έρχετ’ απ’ τα χιόνια κι απ’ τα κρύσταλλα».


 

3ο


« ο Γιάννης φίδι σκότωσε


στη βατουριά  στη ρίζα,


όσα φίδια το’ μαθαν


πολύ τους κακοφάνει.


Το’ μαθε κι η αστριτοχιά


μια καρτεριά του κάνει ».


 

Όταν τέλειωνε το ξεφλούδισμα , έστρωνε η νοικοκυρά για φαγητό. Σερβίριζε πίτες και τραχανά. Φεύγοντας οι γείτονες έλεγαν την ευχή: « και του χρόνου μεγαλύτερη σοδειά». Τα φύλλα του καλαμποκιού τα αποθήκευαν σε καλύβες και τα χρησιμοποιούσαν για τροφή των γελαδιών. Τα καλαμπόκια τις « ρόκες» τα άπλωναν στην αυλή για να λιαστούν και μετά τα « στούμπαγαν»  και αποθήκευαν τον καρπό τους. Όλο το χωριό έτρωγαν καλαμποκίσιο ψωμί.

 

 


Μετά το ξεφλούδισμα έμεναν τα κότσαλα


 

ΘΕΡΙΣΜΑ ΚΑΙ ΑΛΩΝΙΣΜΑ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ

Εκτός από το καλαμπόκι στην περιοχή καλλιεργούσαν και σιτάρι. Μετά το όργωμα και τη σπορά έφτανε η ώρα για το θέρισμα. Αυτό γινόταν με τα δρεπάνια. Το θέρισμα ήταν πολύ κουραστική δουλειά γιατί γίνονταν κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού. Οι γυναίκες φορούσαν συνήθως άσπρα μαντήλια για να προστατέψουν τα κεφάλια τους από τον ήλιο. Θέριζαν λέγοντας αστεία και τραγούδια:

 

 

1ο

 

« ελάτε νιοι , ελάτε νιές


στο κάτω το χωράφι,


που ’ναι τα στάρια φουντωτά


καθαροδιαλεγμένα.


Ελάτε νιοι, ελάτε νιές


ο θέρος για ν’ αρχίσει,


το στάρι να θερίσετε


δεμάτια να το κάντε


να ’ρθουν και οι γριές


να το καλολυχνίσουν ».


 

2ο


« Θερίζει ο Γιάννος μοναχός


και μοναχός το δένει.


Σκύβει να πάρει δέματα


και δάκρυα γεμίζει.


-Τι έχεις Γιάννο μ’ και βογγάς


και βαριαναστενάζεις; ».


 

Το στάρι το έδεναν δέματα και τα συγκέντρωναν όλα μαζί για να λιαστούν. Μετά το λιάσιμο ακολουθούσε το αλώνισμα. Αυτό γίνονταν σε στρογγυλά αλώνια που ήταν στρωμένα με επίπεδες πέτρες. Στη μέση του αλωνιού υπήρχε ένα στεριωμένο ξύλο στο οποίο έδεναν τα άλογα. Άπλωναν το σιτάρι σε ολόκληρο το αλώνι και μετά ένας άντρας χτυπώντας το καμουτσίκι ανάγκαζε τα άλογα να τρέχουν κυκλικά.

 

Το αλώνι του Ν.Κολοβού


 

Υπάρχει και ένα τραγούδι σχετικό με το αλώνισμα:

 

 

« φέγγει η μέρα το πρωί


για ν’ αλωνίσουμε μαζί.


Πάρε την τσουγκράνα σου


να το ξανεμίσουμε,


να βγάλουμε το στάρι


τ’ άχυρο να πετάξουμε.


Πάρε τ’ αλογάκια σου


να έρχονται το γύρο.


Γυναίκες το μαζεύουν


και το ξανεμάνε.


Μαζεύουν το στάρι


μαζεύουν το σταράκι


μη πιάσει και καμιά βροχή


και πάει όλο χαμένο » .


 

αφαιρούσαν τα άχυρα και το λύχνιζαν. Στη συνέχεια το αποθήκευαν.

 


 

ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ

 

Aυτοί που ασχολούνταν με τη κτηνοτροφία κουράζονταν πολύ γιατί τα ζώα τους αρνιά, κατσίκια και γελάδια τους απασχολούσαν όλες τις μέρες του χρόνου. Τα γελάδια τα έσμιγαν οι χωριανοί και τα άφηναν ελεύθερα στα βοσκοτόπια να βοσκήσουν. Ένας χωριανός τα πρόσεχε από κοντά. Αυτός ήταν διαφορετικός κάθε μέρα.

 

Το χειμώνα τα πρόβατα και τα γίδια τα κρατούσαν κλεισμένα στα μαντριά και τα τάιζαν με ό,τι είχαν αποθηκεύσει το καλοκαίρι. Ο χειμώνας ήταν δύσκολος γι’ αυτούς γιατί έριχνε συχνά χιόνι.  Την άνοιξη τα βοσκούσαν στις πλαγιές των βουνών. Ήταν η ωραιότερη εποχή για τους τσοπάνηδες. Τα βοσκούσαν με συντροφιά τα σκυλιά, την κλίτσα, τον τρουβά με το φαγητό και τη φλογέρα. Για να περνάει η ώρα έφιαχναν κλίτσες και άλλα μικροαντικείμενα συνήθως ξύλινα. Δουλεύοντας τραγουδούσαν. Ένα από τα τραγούδια που έλεγαν ήταν το παρακάτω:

 

 

-  « Μπιρμπίλη μ’ πού ειν’ τα πρόβατα;


Μπιρμπίλη μ’ πού ειν’ τα γίδια;


- Μπροστά πάνε τα πρόβατα


και πίσω παν’ τα γίδια.


Μας έφυγαν τα πρόβατα


μας έφυγαν τα κοπάδια


της Πηνελιώς τα πρόβατα


της Πηνελιώς τα γίδια  ».

 


Kουραστική δουλειά ήταν το άρμεγμα των ζώων. Την έκαναν όμως με χαρά γιατί μάζευαν το γάλα, από το οποίο έφιαχναν το τυρί, το βούτυρο, τη μυζήθρα, το ξινόγαλο, το γιαούρτι.
Πολλές φορές ενώ άρμεγαν έλεγαν το τραγούδι:
 

« Κώστα , Κώστα μερακλή,


βάλ' τα γίδια στο μαντρί,


να τ’ αρμέξ’ η Βαγγελή,


να το φιάξουμε τυρί


να το φάμε τη Λαμπρή


μ’ ένα σουβλιστό αρνί ».

 

 

Ο πιο δύσκολος μήνας για τους κτηνοτρόφους ήταν ο Δεκέμβριος γιατί τότε γεννούσαν τα ζώα. Ο γέννος απαιτούσε πολλά ξενύχτια και μεγάλη κούραση. Η χαρά τους ήταν απερίγραπτη όταν έβλεπαν να γεννιούνται γερά ζώα και να αυξάνεται το κοπάδι.

 

Αγαπούσαν τα μικρά ζώα και τα πρόσεχαν απ΄το κακό μάτι. Για να τα προφυλάξουν τους κρεμούσαν φυλαχτά. Κρεμούσαν στο λαιμό τους μεγάλα κουδούνια για να τα ακούν όταν τα ζώα πήγαιναν μακριά και για να πηγαίνει το κακό μάτι σε αυτά και όχι στα ζώα. Σε πολλά κρεμούσαν ένα φτερό από το πουλί κουκάλογο.( = πουλί που μετέφερε τον κούκο στη ράχη του). Άλλες φορές έδεναν στο λαιμό τους μια λουρίδα ύφασμα και από μέσα της έραβαν δέρμα από ασβό.

 

 


ΟΙ ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Η ζωή τους ήταν δύσκολη και κουραστική. Δεν έκαναν μόνο τις δουλειές του σπιτιού αλλά δούλευαν και στα χωράφια. Έπρεπε να σκουπίσουν , να  καθαρίσουν το σπίτι και την αυλή, να πλύνουν, να ετοιμάσουν το φαγητό, να υφάνουν, να πλέξουν , να κεντήσουν, να ράψουν και φυσικά να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.

Έπλυναν έξω στην αυλή στη σκάφη, με νερό που έβραζαν στο καζάνι. Καθάριζαν τα ρούχα με αλισίβα και πράσινο σαπούνι. Τα άπλωναν να στεγνώσουν πάνω στις φράχτες και τους θάμνους που υπήρχαν κοντά στο σπίτι. Το σιδέρωμα γινόταν με σίδερα που τα γέμιζαν με αναμμένα κάρβουνα. Τα χοντρά ρούχα όπως κουβέρτες, φλοκάτες, κιλίμια, τα έπλεναν στα ρέματα ή στην « νεροτροβιά » όπου το νερό με την μεγάλη πίεση βοηθούσε να καθαριστούν καλά.

 

 

Η νεροτριβή


 

Απαραίτητη ασχολία τους ήταν ο αργαλειός. Σ’ αυτόν ύφαιναν τα ρούχα του σπιτιού και τις προίκες των κοριτσιών. Όταν κούρευαν τα πρόβατα ξεχώριζαν τα μαλλιά. Αλλού μάζευαν τα άσπρα και αλλού τα μαύρα. Τα έπλυναν στα ρέματα , τα λινάριζαν, και τα έβαφαν. Σπάνια αγόραζαν  βαφές από την πόλη. Τα έβαφαν με φλούδες, ρίζες και φύλλα δέντρων. Η φλούδα του φράξου έδινε το μαύρο χρώμα. Οι φλούδες από το φράξο μαζί με τις φλούδες από τα καρύδια έδιναν το κόκκινο χρώμα.

Μετά το βάψιμο ακολουθούσε το γνέσιμο με τη ρόκα και το μάζεμα του νήματος σε κουβάρια. Το ετοίμασμα του αργαλειού γινόταν από πολλές γυναίκες μαζί.. μετά η νοικοκυρά άρχιζε τη δουλειά.

 

Η δουλειά στον αργαλειό

 

Το ίδιασμα


 

Τις περισσότερες φορές ύφαινε τη νύχτα με το φως του λυχναριού γιατί δεν της έμενε ελεύθερος χρόνος τη μέρα. Άλλη ασχολία ήταν το πλέξιμο με τις βελόνες. Έπλεκαν κάλτσες, φανέλες, μπλούζες. Από μικρή ηλικία μάθαιναν να κεντούν. Αρκετές ήξεραν να ράβουν.

 

 

ΟΙ  ΑΣΧΟΛΙΕΣ  ΤΩΝ  ΠΑΙΔΙΩΝ

Εκτός από το σχολείο  τους  τα  παιδιά  βοηθούσαν  για  τις  δουλειές   στο  σπίτι, στο  βοτάνισμα  του  κήπου , στο χωράφι αλλά  και  στη βοσκή, το άρμεγμα και γενικότερα  τη φροντίδα των ζώων. Όταν  τα  παιδιά  αναλάμβαναν  να  βγάλουν  τα  γίδια  ή  τα  πρόβατα  για  να  βοσκήσουν, έφερναν  τα  κοπάδια  τους  κοντά – κοντά  για  να’ χουν  κι  αυτά  την  ευκαιρία  να  παίξουν μεταξύ τους.

Τα  παιχνίδια  που  έπαιζαν  συνήθως  ήταν:


Η  σκλέντζα , η  βούγγα , το  πίτσκο , το  παραμυθάκι (πατό) , η  σβάρνα ,


οι μόλες , η γρούνα , η  γυροτόπα (μπάλλα από πανιά για τα « μήλα »),


τρυπόματα (το κρυφτό ), λαβέματα (το κυνηγητό) ,κλωτσοντενεκέ ,

 

σκορδομπάτσο , ποταμάκια  κ.ά.

Η Σβάρνα

 

 

ΤΟ ΚΤΙΣΙΜΟ ΤΩΝ ΣΠΙΤΙΩΝ
 
 
Παλιά τα σπίτια τα έκτιζαν με πέτρες και τα σκέπαζαν με πλάκες , κάτι διαδεδομένο σε ολόκληρη την Ήπειρο.

Το κτίσιμο γινόταν από μαστόρους και το μάζεμα των υλικών με «παρακαλιά».

Ο νοικοκύρης πήγαινε στ σπίτια του χωριού και παρακαλούσε τους χωριανούς να τον βοηθήσουν. Έπρεπε να κουβαλήσουν τις πέτρες και τον άμμο και από το δασός να κόψουν χοντρά ξύλα που θα τα χρησιμοποιούσαν στη σκεπή. Έτσι για μερικές μέρες όλοι μετέφεραν τα υλικά με τα ζώα ή τα έπαιρναν στους ώμους τους.
 
Όταν συγκεντρώνονταν τα υλικά άρχιζε το κτίσιμο. Οι μάστοροι ήταν ντόπιοι. Όταν έριχναν τα θεμέλια ο νοικοκύρης και ο πρωτομάστορας τοποθετούσαν μαζί την πρώτη πέτρα και έλεγαν « ν είναι στεριωμένο».  Έσφαζαν τότε ένα αρνί ή κατσίκι και με το αίμα του έβρεχαν τα θεμέλια.

Όταν το κτίσιμο έφτανε στη σκεπή οι μάστοροι κρεμούσαν από το κεντρικό ξύλο της ένα σχοινί που έφτανε μέχρι τα θεμέλια. Τότε οι μάστοροι χτυπούσαν διάφορα αντικείμενα για να κάνουν θόρυβο και τραγουδούσαν:
 

"Από πέρα κι από δώθε

φέρτε τα μαντήλια δώθε

κι όποιος δε θα φέρ' μαντήλι

να μη γλυκαθεί στα χείλη"

 

 

στο τέλος φώναζαν: « Ε!! καλωσορίσατε». Τότε οι νοικοκυραίοι και συχνά οι γείτονες κρεμούσαν στο σχοινί διάφορα πράγματα όπως σεντόνια, μαξιλαροθήκες, κουβέρτες, τραπεζομάντιλα, κάλτσες, μαντήλια.

Τα δώρα τα άφηναν στο σχοινί μέχρι να τελειώσει το κτίσιμο και μετά τα μοίραζαν μεταξύ τους οι μάστοροι.   Όταν τέλειωνε και η σκεπή ο νοικοκύρης ευχαριστούσε τους μαστόρους και τους πλήρωνε για τους κόπους τους. Όλα τα υπόλοιπα όπως ταβάνια, πατώματα, πόρτες, παράθυρα τα έφτιαχναν οι μαραγκοί που κατάγονταν από τα ίδια τα χωριά.

 

Τα σπίτια είχαν ένα ή δύο δωμάτια. Στο ένα υπήρχε το τζάκι γύρω από το οποίο κάθονταν η οικογένεια τις κρύες μέρες και νύχτες του χρόνου και εκεί δέχονταν τους ξένους. Το άλλο δωμάτιο το χρησιμοποιούσαν για υπνοδωμάτιο. Σε αυτό κοιμόταν όλα τα μέλη της οικογένειας μαζί. Έξω από το σπίτι ήταν η κουζίνα και η αποθήκη. Τα πιάτα τα έπλεναν στην αυλή με αλισίβα. Τραπέζια για να φάνε δεν χρησιμοποιούσαν. Όταν έρχονταν η ώρα του φαγητού τα άτομα της οικογένειας κάθονταν κάτω στο πάτωμα και έτρωγαν.
 
 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΦΑΓΗΤΟ
 
Οι νοικοκυρές μαγείρευαν τοποθετώντας τις κατσαρόλες στα τζάκια και έψηναν τα φαγητά και το ψωμί στις « γωνιές», ελάχιστοι χρησιμοποιούσαν χωματένιους φούρνους.
Το ψωμί που έτρωγαν όλη τη χρονιά ήταν το καλαμποκίσιο, που το έψηναν στη γάστρα.

 

Η γάστρα


Σταρένιο ψωμί έτρωγαν λίγες φορές το χρόνο συνήθως τις μεγάλες γιορτές. Το τυρί και οι ελιές ήταν
το αγαπημένο τους προσφάγι. Τα φαγητά που συνήθως μαγείρευαν ήταν:


Μαντζίνα ή μακρυντέρα ή κατσαμάκι:

Γέμιζαν μισή κατσαρόλα με νερό κι όταν έβραζε έριχναν καλαμποκίσιο αλεύρι χωρίς να το ανακατέψουν.
Σ’ ένα τηγάνι έκαιγαν λάδι κι έριχναν ένα κρεμμύδι, αφού το είχαν κόψει σε κομματάκια να ξανθίσει.

Στη συνέχεια έριχναν το περιεχόμενο του τηγανιού στην κατσαρόλα , ανακάτευαν τα υλικά για λίγη ώρα και αφού έβραζαν κατέβαζαν την κατσαρόλα από τη φωτιά.

 

Ζυματούρα:

Ζέσταιναν νερό και μετά το έριχναν μέσα στα πιάτα.
Εκεί έριχναν λίγο λάδι, τυρί και καλαμποκίσιο ψωμί τριμμένο.
Ανακάτευαν σιγά-σιγά και ήταν έτοιμο.

 

Μπουκουβάλα:

Σε ένα τηγάνι έριχναν ¨λίπα¨, τυρί, και καλαμποκίσιο ψωμί τριμμένο και τα ανακάτευαν.

 

Χουσμερή:

Έβραζαν στην κατσαρόλα νερό ή καλαμποκίσιο ψωμί μέχρι να γίνει ένας παχύς χυλός.
Έριχναν τον χυλό σε ένα ταψί και από πάνω έριχναν λίπα.
Το έψηναν μέχρι να πάρει ένα ρόδινο χρώμα.

 

Μπιρμπιλόνια:

Έτριβαν με λίγο νερό αλεύρι σταρένιο μέχρι να γίνει μικρά κομμάτια.
Τα έριχναν σε βραστό νερό μέχρι να σχηματιστεί χυλός.
Σε ένα τηγάνι τσιγάριζαν δυο τριμμένα κρεμμύδια, λάδι και κόκκινο πιπέρι. Όταν τσιγαρίζονταν τα έριχναν στην κατσαρόλα.

 

Πλαστός:

Σε ένα ταψί έριχναν αλεύρι και λάδι και τα σκόρπιζαν να πάνε παντού.
Έκοβαν μικρά κομμάτια τα λαχανικά και δυο κρεμμύδια  και τα έριχναν στο ταψί.
Από πάνω έριχναν ξανά λάδι και αλεύρι.

 

Λαχανικά τριμμένα:

Έτριβαν λαχανικά και τα έριχναν σε βραστό νερό. Μετά  από 10 λεπτά τα στράγγιζαν.
Τα ανακάτευαν με αλεύρι και τα έβαζαν να βράσουν αφού τους έριχναν λίγο από το ζουμί που είχαν στραγγίσει.
Τσιγάριζαν ένα κρεμμύδι και το έριχναν στην κατσαρόλα.
Ανακάτευαν όλα τα υλικά και τα έβραζαν για λίγη ώρα.

 


Πίτα με εντόσθια:

Καθάριζαν τα εντόσθια του γουρουνιού, τα έκοβαν μικρά κομμάτια και τα άφηναν να ξεραθούν.
Τσιγάριζαν μερικά κρεμμύδια και τα ανακάτευαν με αλεύρι ροκίσιο.
Όλα τα υλικά τα έριχναν σε ένα ταψί και τα έψηναν.

 

Κουρκούτι:

Έβαζαν σε μια κατσαρόλα αλεύρι καλαμποκίσιο το οποίο και τσιγάριζαν.
Στην συνέχεια πρόσθεταν νερό και ανακάτευαν μέχρι να γίνει χυλός. Τότε ήταν έτοιμο!

 


Πυρομάδα:

Η πυρομάδα ήταν καλαμποκίσιο ψωμί ζεσταμένο στο τζάκι ή το φούρνο.

 


Γουμίδια:

Καθάριζαν τα εντόσθια του σφαχτού( αρνί ή κατσίκι ) και τα έκοβαν μικρά κομματάκια σε μια κατσαρόλα.
Προσέθεταν λαχανικά τριμμένα και τα άφηναν να βράσουν.

 


Τσαλαφούτι:

Το τσαλαφούτι ήταν γάλα το οποίο άφηναν μερικές μέρες μέχρι να ξινίσει και να γίνει πιο πηχτό.

 


Λουρίδια:

Τα λουρίδια ήταν μεγάλες φέτες χοιρινού κρέατος τις οποίες αλεύρωναν και άφηναν κρεμασμένες για να απαλλαχτούν από τα υγρά.
Όποτε ήθελαν έκοβαν τις φέτες και τις έψηναν.

 


Τσιγαρίδες:

Το λίπος του γουρουνιού , τη «λίπα», όπως την έλεγαν, την έκοβαν μικρά κομματάκια και την έλιωναν στη φωτιά.
Αφού έλιωνε ένα τμήμα από το λίπος έμεναν στο τηγάνι μικρά κομματάκια από λίπος και κρέας.  Ήταν οι περίφημες « τσιγαρίδες», το αγαπημένο φαγητό μικρών και μεγάλων.
Το υπόλοιπο λίπος το στράγγιζαν σε τενεκέδες και το χρησιμοποιούσαν για να φτιάχνουν πίτες , τηγανίτες και μπουκουβάλα ή το άλειφαν πάνω σε φέτες ψωμιού.

 


Λουκάνικα:

Με τα έντερα του γουρουνιού έφτιαχναν λουκάνικα. Έκοβαν τα εντόσθια μικρά κομμάτια και αφού τα ανακάτευαν με ψιλοκομμένα κρεμμύδια, σκόρδα, μαϊντανό, ρίγανη και πράσα γέμιζαν με όλα αυτά τα έντερα.
Τα τοποθετούσαν στο ταψί και τα έψηναν.
 
Άλλα φαγητά ήταν τα κουκιά, οι πατάτες, οι φακές, τα φασόλια, τα ρεβιθιά.
Κρέατα έτρωγαν λίγες φορές το χρόνο συνήθως τις γιορτές, στους γάμους και τα πανηγύρια.
Ακόμα έτρωγαν γάλα, γιαούρτι, ξινόγαλο, μυζήθρα, τυρί.

Φρούτα έτρωγαν σπάνια γιατί δεν φύτευαν οπωροφόρα δέντρα. Έτρωγαν συνήθως σταφύλια, γκόρτσα, σύκα, κορόμηλα.
Το χειμώνα έψηναν κάστανα στη φωτιά και έτρωγαν καρύδια.
 

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

You are here: Home Χωριό πληροφορίες χωριού