Γάμος

 

 

ΓΑΜΟΣ

 

Ο γάμος γινόταν συνήθως με προξενιό. Ο γαμπρός δεν πήγαινε ποτέ μόνος του να ζητήσει την κοπέλα.  Αυτό το αναλάμβανε ο προξενητής, άνθρωπος ηλικιωμένος, σοβαρός, εχέμυθος και ικανός στα λόγια.
Ο προξενητής πήγαινε στο σπίτι της νύφης και ανακοίνωνε το προξενιό. Οι γονείς της αποφάσιζαν αν  θα το δέχονταν ή όχι. Τη κοπέλα δε την ρωτούσαν. Αυτή έκανε ό,τι θα αποφάσιζαν οι γονείς της και κυρίως ο πατέρας της. Πολλές φορές η νύφη και ο γαμπρός δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους. Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου έδειχναν στον προξενητή μια ωραία κοπέλα και στο γάμο παρουσίαζαν μια άσχημη!!  

 

Αυτό συνέβαινε όταν η νύφη ήταν από μακρινό χωριό και συναντούσε τον γαμπρό και τους συγγενείς του για πρώτη φορά την ημέρα του γάμου.
 

 

 

 

Όταν γίνονταν δεκτό το προξενιό, ακολουθούσε η συμφωνία για την προίκα. Αυτή ήταν ανάλογη με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Συνήθως έδιναν οι γονείς της νύφης ζώα όπως αγελάδες και άλογα. Έδιναν και χωράφια. Εκτός από αυτά η κοπέλα είχε έτοιμα τα χοντρά ρούχα, που είχε υφάνει στον αργαλειό μαζί με την μάνα της, όπως , φλοκάτες, μαντανίες, κουβέρτες.

 

Λίγες μέρες αργότερα γίνονταν τα αρραβωνιάσματα. Στο σπίτι της νύφης συγκεντρώνονταν οι συγγενείς της και οι συγγενείς του γαμπρού. Ο νουνός φορούσε τις βέρες στο γαμπρό και στη νύφη και όλοι εύχονταν « καλά στέφανα ».
Μετά τα αρραβωνιάσματα ο γαμπρός και η νύφη δεν έκαναν παρέα. Φέρονταν σα να ήταν δυο ξένοι. Αν συναντιούνταν κάπου έλεγαν μόνο μια καλημέρα και τίποτε άλλο. Σε πανηγύρια και σε γάμους πήγαιναν μαζί αλλά η  νύφη συνοδευόταν από συγγενικά της πρόσωπα.
 
Οι ετοιμασίες για το γάμο άρχιζαν μέρες νωρίτερα.
Μια βδομάδα πριν γινόταν τα « καλέσματα ». Ένας συγγενής του γαμπρού περνούσε στα σπίτια κρατώντας μια μπουκάλα κρασί και ένα ποτήρι. Αφού καλούσε στο γάμο έδινε στους νοικοκυραίους να πιουν λίγο κρασί. Την Τετάρτη στο σπίτι του γαμπρού γίνονταν το ανάπιασμα των προζυμιών. Στο κέντρο ενός δωματίου έφερναν μια σκάφη γεμάτη αλεύρι και ένα κόσκινο. Τρία παιδιά, δυο αγόρια και ένα κορίτσι, κοσκίνιζαν το αλεύρι. Τα παιδιά έπρεπε να έχουν στη ζωή και τους δυο γονείς τους.

 

Όσο κρατούσε το κοσκίνισμα οι συγγενείς τραγουδούσαν το τραγούδι:
 
 
 
 
 
« ορέ δασιά, δασιά τα κόσκινα

κι αφράτα τα προζύμια.

Ορέ ευχήσου με, ορέ μανούλα μου

ορέ στα πρώτα τα προζύμια.

Ορέ με την ευχή παιδάκι μου

ορέ με την ευχή.

Κι ευχήσου με πατέρα μου

τώρα στα πρώτα τα κόσκινα

Ορέ με την ευχή παιδάκι μου

Ορέ με την ευχή»
.
 
 
 
 
 
 
Όταν τελείωνε το κοσκίνισμα αλεύρωναν το γαμπρό. Έπαιρναν από το κοσκινισμένο αλεύρι κι έριχναν στο κεφάλι του λέγοντας την ευχή : « ν’ ασπρίσει , να γεράσει» με το αλεύρι ζύμωναν την κουλούρα της νύφης και της την έστελναν την Πέμπτη. Την Πέμπτη στο σπίτι της νύφης ετοίμαζαν τα προικιά.

Αφού τα έβλεπαν οι καλεσμένοι, οι γυναίκες τα δίπλωναν, τα έκαναν δέματα και τα έδεναν με άσπρες κορδέλες, καθώς τα δίπλωναν τραγουδούσαν:

 

 

«διπλώστε τα προικιά καλά

μη τα γελάσουν τα χωριά.

Διπλώστε τα προικιά καλά

μη τα γελάσ’ η πεθερά»

 

Οι καλεσμένοι προσέφεραν δώρα και χρήματα. Το βράδυ γίνονταν το ανάπιασμα των προζυμιών.
Την Παρασκευή οι συγγενείς του γαμπρού πήγαιναν στο σπίτι της νύφης με άλογα και με μουλάρια για να πάρουν τα προικιά. Πάνω στα προικιά κάθονταν ένα αγόρι. Ο πεθερός της νύφης του έδινε χρήματα και αυτό κατέβαινε. Φορτώνονταν έπειτα τα προικιά στα ζώα. Η νύφη χάριζε στους συγγενείς του γαμπρού πετσέτες και μαντίλια που τα κρεμούσαν στα χαλινά των ζώων.

 

Την Κυριακή το πρωί μαζεύονταν οι καλεσμένοι στο σπίτι του γαμπρού. Καλούσαν τότε τον κουρέα για να τον ξυρίσει.

 

 

Ο γαμπρός καθόταν σε μια καρέκλα και δίπλα του έβαζαν ένα δίσκο και ένα ποτήρι νερό. Όσο κρατούσε το ξύρισμα τραγουδούσαν:

 

 

«ορέ ασπροσυννέφιασ’ ο ουρανός

τώρα ξυρίζετ’ ο γαμπρός.

Ορέ ξυράφια από τα Γιάννενα

κι ακόνια από την Πρέβεζα.

Ορέ γι’ανάγκασε ορέ μπερμπερη μου,

ορέ γι’ανάγκασε ορέ το χέρι σου

ορέ έχουμε δρόμο αλαργινό.

Ορέ για πρόσεξε ορέ μπερμπέρη μου,

Ορέ για πρόσεξε ορέ το χέρι σου

να μη μας κόψεις το γαμπρό

και μας γελάσει το χωριό »
.

 

 

 

 

Πολλές φορές συνέχιζαν με το παρακάτω τραγούδι:

 

« ευχήσου με πατέρα μου

κι έχω δρόμο αλαργινό.

Ποτάμια να περάσω

να πάω να βρω το ταίρι μου

την πολυαγαπημένη μου ».

 

 

Όταν γίνονταν το ξύρισμα οι καλεσμένοι ράντιζαν το γαμπρό με σταγόνες από το νερό του ποτηριού και μετά σταύρωναν το κεφαλι του με χρήματα τα οποία στη συνέχεια έριχναν στο δίσκο.

 

 

Όταν τελείωνε το ξύρισμα, ο γαμπρός φορούσε τα γαμπριάτικα ρούχα και ετοιμάζονται όλοι να πάνε στο σπίτι της νύφης. Η μάνα του γαμπρού του έβαζε στην τσέπη του σκόρδο, θυμιάμα, ασφάκα και ένα σουγιά για να μη τον πιάσει το κακό μάτι.

 

Την ίδια ώρα στο σπίτι της νύφης οι γυναίκες τη στόλιζαν τραγουδώντας. Έλεγαν το τραγούδι:

 

 

«απάνω στην τριανταφυλλιά

φιάχνει η πέρδικα φωλιά

με σύρματα και με κλαδιά

και με σαρανταπέντε αυγά.

Κι αναταράχκει η πέρδικα

και πέσαν τα τριαντάφυλλα.

Σουλιώτες της τα μάζεψαν

και στην ποδιά της τα’βαλαν,

να φκιάσουν άνθινο νερό

να λούσουν νύφη και γαμπρό».
 
 
 
 
 

Στη συνέχεια τραγουδούσαν:


« ευχήσου με μανούλα μου

σ’αυτό το πρώτο στόλισμα.

Ευχήσου με πατέρα μου

σ’αυτό το πρώτο στόλισμα.

Ευχηθείτε με αδέρφια μου

και σεις καλοί γειτόνοι».

 

 

Όταν η νύφη θα πήγαινε σε μακρινό χωριό έλεγαν:

 

« άσπρη, κάτασπρη πέρδικα

ήταν στη γειτονιά μας.

Κι έρχεται ο ξένος, ο πεντάξενος

κι απλώνει και την παίρνει.

Ξεΐσκιωσαν οι γειτονιές

και ομόρφηναν τα ξένα».

 

 

Όταν η συνοδία του γαμπρού έφτανε κοντά στο σπίτι της, ο μικρότερος αδελφός του πήγαινε να φορέσει τα παπούτσια στη νύφη.
 

 




Οι συγγενείς της έλεγαν τότε το τραγούδι:

 

« νυφούλα ποιός σε στόλισε

και σ’ήβρα στολισμένη;

Η μάνα μου με στόλισε

και μ’ήβρες στολισμένη.

Έβγα νύφη απ’ την πόρτα

όπως έβγαινες και πρώτα.

Ο γαμπρός σε περιμένει

να σε πάρει απ’το χέρι. »

 

 

 

Ή έλεγαν το τραγούδι:

 

« μυγδαλιά, λουλουδιασμένη

έβγα έξω από την πόρτα,

που σε περιμένει το αστέρι

να σε πάρει απ’το χέρι. »
 
 
 
 
 

 

Όταν ο γαμπρός με την συνοδεία του έφτανε στο σπίτι της νύφης έλεγαν το τραγούδι:

 

« Ξύπνα περδικομάτα μου

κι ήρθα στη γειτονιά σου,

χρυσά πλεξίδια σου’φερα

να πλέξεις τα μαλλιά σου.

Σαν τα’φερες καλά έκανες

κι ας έκανες τον κόπο.

Πολλά χατήρια μου’κανες

για κάνε κι άλλο ένα.

Το παραθύρι το ακρινό

βράδυ να μην το κλείσεις.

Κι εγώ για το χατήρι σου ολάνοιχτο τ’αφήνω »
.
 
 
 
 
 
 

Το ίδιο τραγούδι το έλεγαν και με διαφορετικά λόγια:

 

« Ξύπνα περδικομάτα μου

κι ήρθα στη γειτονιά σου,

χρυσά πλεξίδια σου’φερα

να πλέξεις τα μαλλιά σου.

Ξύπνα περδικομάτα μου

Και πού θα μείνεις βράδυ;

Στου πεθερού μου τις αυλές

στ’αντρού μου το κρεβάτι »
.

 

 

Οι συγγενείς της νύφης έριχναν πυροβολισμούς και του γαμπρού το ίδιο. Τότε ο γαμπρός έριχνε ένα μήλο στο οποίο ήταν καρφωμένα νομίσματα στους συγγενείς της νύφης και αυτοί τραγουδούσαν:
 

 

« καλώς τον τον αυγερινό

με τα πολλά τα’αστέρια.

Αυγερινός είν’ο γαμπρός

και οι συμπεθέροι αστέρια.

Δεν το’ξερα κυρ γαμπρέ

πως θα κοπιάσεις στο σπίτι ,

για να σαρώσω το στρατί

και ρόιδο να το σπείρω.

Γαμπρέ μ’τί στέκεις ροϊδινός

και ο γρίβας ιδρωμένος;

Ο γρίβας ήρθε για ταή

κι εγώ ήρθα για την κόρη »
.
 
 
 
 
 
 

Εκτός από αυτό έλεγαν και το παρακάτω:

 

« ένα Σαββάτο δειλινό

μια Κυριακή το γιόμα

ετοιμάζονται οι συγγένισσες

μαζί με τα κορίτσια.

Για δέστε τον Αυγερινό

στο γρίβα καβαλάρη.

Γαμπρέ μ’ τι στέκεις ροϊδινός….»
.
 
 
 
 
 
 
Κάποιος τότε από τους συγγενείς της νύφης κερνούσε το γαμπρό ένα ποτήρι κρασί. Έπινε το μισό και το υπόλοιπο το έριχνε πίσω του. Τον υποδέχονταν τα πεθερικά του και τον φιλούσαν. Στη συνέχεια κερνούσαν όλους τους καλεσμένους και άρχιζε η στέψη. Στη μέση ενός δωματίου ήταν στρωμένο ένα τραπέζι με άσπρο ύφασμα και πάνω ο ιερέας είχε βάλει τα απαραίτητα. Όταν έφτανε η ώρα να πιουν η νύφη και ο γαμπρός το κρασί, οι καλεσμένοι τραγουδούσαν:
 

 

« βάλτε κρασί στο μαστραπά

και βγάλτον στον αέρα,

κι αν δε το πιω την Κυριακή

το πίνω την Δευτέρα.

Δεν το ‘ξερα λεβέντη μου

που ήταν η αφεντιά σου

και σαν πουλί θα πέταγα

να’ρθω στην αγκαλιά σου.

Θα γίνω γης να με πατάς

γεφύρι να περάσεις

και την μεγάλη αγάπη μας

ποτέ να μην ξεχάσεις »
.
 
 
 
 
 
 
Όταν τελείωνε το μυστήριο όλοι εύχονταν στο ζευγάρι να είναι στεριωμένο και να αποκτήσουν γρήγορα παιδιά. Όταν τελείωναν οι ευχές ετοιμάζονταν όλοι για το σπίτι του γαμπρού. Οι συγγενείς της νύφης τραγουδούσαν:



« αφήνω γεια πατέρα μου

και στο καλό κορίτσι μου.

Αφήνω γεια μανούλα μου

και στο καλό κορίτσι μου.

Αφήνω γεια αδέλφια μου

και στο καλό αδελφούλα μας.

Αφήνω γεια στο σπίτι μου

και στο καλό κυρούλα μου.

Αφήνω γεια στη γειτονιά και στο καλό γειτόνισσα»
.
 
 
 
 
 
 
Ακολουθούσε το παρακάτω τραγούδι, με το οποίο η νύφη ζητούσε από τη μάνα της να φροντίζει τα λουλούδια της γιατί αυτή θα έφευγε:
 

 

« φεύγω μανούλα μου, φεύγω

πάω μακριά,

δε θα με βλέπεις πια.

Μανούλα τα λουλούδια μου

συχνά να τα ποτίζεις.

Να τα ποτίζεις κάθε πρωί

μάνα μου γλυκιά

και κάθε μεσημέρι,

σ’αφήνω γεια.

Φεύγω μανούλα μου

πάω μακριά,

πάω στην ξενιτιά

δεν θα με βλέπεις πια.

Μανούλα τα λουλούδια μου

μόσκο να τα ραντίζεις,

μάνα μου γλυκιά

σ’αφήνω γεια »
.

 

 

Όταν έφταναν στο σπίτι του γαμπρού οι καλεσμένοι τραγουδούσαν:

 

« έβγα κυρά και πεθερά.

Έβγα μανούλα του γαμπρού

και πεθερά της νύφης,

να δεις τη νύφη που’ρχεται.

Για δέστε την, για δέστε την

ήλιο φεγγάρι πέστε την.

Για δέστε την πώς περπατεί

σαν άγγελος με το σπαθί.

Αυτού που ζύγωσες να μπεις

ήλιος, φεγγάρι να φανείς»
.
 
 
 
 
 
 
Στην αυλή του σπιτιού υποδέχονταν τη νύφη η πεθερά της. Τη χαιρετούσε και της έδινε να ρίξει κουφέτα σταυρωτά. Στη συνέχεια της έδινε ένα πιάτο και η νύφη το έσπαζε με το παπούτσι της.

 

Μπαίνοντας η νύφη στο σπίτι κάθονταν και της πήγαιναν ένα αγόρι για να το κρατήσει στην αγκαλιά της. Το έκαναν αυτό για να γεννηθεί αγόρι το πρώτο παιδί του ζευγαριού.

 
Στο σπίτι του γαμπρού άρχιζε το γλέντι. Οι καλεσμένοι κάθονταν κάτω σταυροπόδι. Σε ένα κύκλο κάθονταν οι άντρες και σε άλλο οι γυναίκες. Η νύφη κάθονταν στον κύκλο των αντρών. Δίπλα στο ζευγάρι έπαιρναν θέση ο νουνός και η νουνά.

 

Τα φαγητά στο γάμο ήταν πολλά, γιατί υπήρχε η συνήθεια όλοι οι καλεσμένοι να πηγαίνουν σα δώρο κρέας, ψωμί και κρασί. Ο νουνός πήγαινε ένα σφαγμένο ζώο ( αρνί ή κατσίκι) , κρασί και κουλούρα στολισμένη με πολλά σχέδια. Τα δώρα του νονού λέγονταν « κανίσκι ».
 
Μετά το φαγητό άρχιζε το τραγούδι. Το πρώτο που έλεγαν ήταν το παρακάτω:

 

 

« σε τουτ’ την τάβλα που’ μαστε

σε τούτο το τραπέζι,

τον Άγγελο φιλεύουμε

και το Χριστό κερνάμε

και την Παρθένα Παναγιά

τη διπλοπροσκυνάμε

να μας χαρίσει τα κλειδιά

κλειδιά του Παραδείσου

να μπω να σεργιανίσω»
.
 
 
 
 
 
 

Συνέχιζαν με το επόμενο τραγούδι:

 

« φίλοι μ, καλωσορίσατε

να φάμε και να πιούμε

γιατί αύριο θα χωρίσουμε

και πού θ’ανταμωθούμε.

Στον Αη-Λιά στον πλάτανο

που’ναι μια κρύα βρύση

που’χαν οι κλέφτες σύναξη

που κάνουν πανηγύρι.

Που’χουν τη Ρήνα στο πλευρό

Που τους κερνάει και πίνουν.

Κέρνα μας Ρήνα μ’ κέρνα μας

γιόμισε τα ποτήρια

μέχρι να σκάσ’ ο Αυγερινός

να πάει η Πούλια γιόμα»
.
 
 
 
 
 
 
 
Ακολουθούσε το τραγούδι με το οποίο έδιναν ευχές στο νοικοκύρη του σπιτιού.
 

 

« σε τούτο το σπίτι που’μαστε

το μαρμαροχτισμένο

ποτέ πέτρα να μη ραγιστεί

λιθάρι να μην πέσει.

Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού

με τα γλυκά του τα κρασιά,

με τα γλυκά του τα λόγια

χρόνους πολλούς να ζήσει,

ν’ασπρίσει , να γεράσει»
.

 

 

Το γλέντι συνεχιζόταν με τραγούδια του γάμου, της τάβλας, κλέφτικα κι άλλα. Παρουσιάζουμε εδώ μερικά. Στα δυο πρώτα γίνεται αναφορά στην ομορφιά της νύφης και του γαμπρού.
 

 

1ο

« Σ’όσους γάμους κι αν επήγα

τέτοια νιόγαμπρα δεν είδα.

Να’ναι η νύφη λυγερή

κι ο γαμπρός χρυσό πουλί

που’χει μέση κοντυλένια,

φορεσιά μαλαματένια.

Σ’όσους γάμους κι αν επήγα

τέτοια νιόγαπρα δεν είδα.

Να’ναι η νύφη μαντζουράνα

κι ο γαμπρός χρυσή καμπάνα ».



2ο

« Τρία πουλάκια καθισμένα

άι μωρέ Κοντογιωργάκη

μεσ’τη μέση στο τραπέζι

άι μωρέ Κοντογιωργάκη.

Το’να τρώει, το’να πίνει

τα’άλλο τραγουδάει και λέει:

Σ’όσους γάμους κι αν επήγα

τέτοια νιόγαπρα δεν είδα.

Να’χουν μέση κοντυλένια,

φορεσιά μαλαματένια,

άι μωρέ Κοντογιωργάκη.

Να’ναι η νύφη το μεράκι

κι ο γαμπρός χρυσό πουλάκι

αϊ μωρέ Κοντογιωργάκη».
 
 
 
 
 
Το επόμενο είναι τραγούδι της τάβλας.
 
 
« χαριτωμένη συντροφιά

μου λέει να τραγουδήσω

κι εγώ της λέω δεν μπορώ

τραγούδια για να λέω.

Για πιάστε με να σηκωθώ

και βάλτε με να κάτσω

και φέρτε μου παλιό κρασί

να πιω να μου’ρθει η γεια μου.

Να πω τραγούδια θλιβερά

και παραπονεμένα

να πω τα ντέρτια της καρδιάς

που’χω παιδιά στα ξένα».
 
 
 
 
Τα μεσάνυχτα έκοβαν κομμάτια το ψητό και το κουλούρι του νουνού και το μοίραζαν σε όλους. Όλοι του έλεγαν την ευχή « να ζήσουν τα’αναδεχτούδια σου, να γεράσουν και ν’ασπρίσουν». Τότε τραγουδούσαν και το τραγούδι του νονού.
 

 

« κάτω στο δαφνοπόταμο

στης δάφνης το γιαλό

εκεί καθόταν ο κυρ-νουνός

μαζί με τ’αναδεχτούδια του,

που πελεκάει το μάρμαρο

να βγάλει αθάνατο νερό

κι αθάνατο βοτάνι .

Να ποτίσ’ τ’αναδεχτούδια του

ποτέ να μη πεθάνουνε.

Σηκώσου πάνω κυρ-νουνέ

ν’απλώσεις στην τσεπούλα σου

και στη χρυσή σακούλα σου

και βγάλε ασήμι και φλουριά

για να κεράσεις τα βιολιά»
 
 
 
 
Το γλέντι συνεχίζονταν μέχρι το πρωί. Τη Δευτέρα το πρωί η νύφη τους κερνούσε όλους καφέ. Τότε οι γυναίκες έβγαζαν τα προικιά στην αυλή για να τα δουν όλοι και μετά τα τοποθετούσαν στο δωμάτιο του ζευγαριού.
Ο γάμος τελείωνε τη Δευτέρα το μεσημέρι. Η νύφη τότε έδινε δώρα στο νουνό όπως βελέντζα, φλοκάτη, μαντανία, πουκάμισο, κάλτσες και χειρομάντηλα. Δώρα έδινε και στον προξενητή και στα πεθερικά της.
Ταξίδι δεν πήγαιναν τότε η νύφη και ο γαμπρός. Τακτοποιούσαν το σπίτι και μετά αναλάμβαναν τις καθημερινές δουλειές της οικογένειας.

 

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ