ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗ

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ  7 & 8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗ

Σας προσκαλούμε να βρεθείτε μαζί μας, σε μια προσπάθεια να ξεφύγουμε έστω και για λίγες ώρες από τη δύσκολη καθημερινότητα που όλοι βιώνουμε.

 

Read more ...

Καμάρα (Επιστολή προς τον δήμαρχο)

Αύγουστος 2009

 

Επιστολή Μεγαλοχαριτών, συγγενών και φίλων

 

κ. Δήμαρχε

Εκτιμώντας το θεσμικό σας ρόλο και έργο, ζητούμε να σταθείτε αρωγός στην προσπάθειά μας, που πηγάζει από την αγάπη μας γι' αυτό τον τόπο, για την ανάδειξή τόσο σημαντικών -ιστορικά και βιοματικά- αλλά και αγνώστων για τους περισσότερους  των συνδημοτών μας, μνημείων και έργων του, τα οποία αποτελούν την πολιτισμική μας κληρονομιά.

Μέσα σε αυτά είναι τόσο τα μοναστήρια και τα ξωκκλήσια μας, τα πέτρινα γεφύρια μας, οι νερόμυλοί μας, τα ερειπωμένα πέτρινα σπίτια -έργα τέχνης-, τα ρωμαϊκά και τούρκικα νεκροταφεία, οι παλιοί δρόμοι και τα μονοπάτια μας, όσο και κάθε τι που αναβλύζει κάτι απ' το χθες και μετουσιώνεται νοσταλγικά στο σήμερα.

 

 

 

Ορμόμενοι από πάθος και απέραντο σεβασμό για την ιστορία και τους ανθρώπους αυτού του τόπου και νιώθωντας την ανάγκη να βιώσουμε κάτι από την καθημερινότητα των παπούδων μας και των υστέρων τους, μεταφέροντάς την με τη σειρά μας στα παιδιά μας, στους φίλους και τους ξένους περαστικούς, συμβάλλοντας έτσι στον πολιτισμό μας, διεκδικούμε το αυτονόητο για το οποίο σας θεωρούμε ηθικά και συναισθηματικά συνοδοιπόρο μας και για το οποίο τη συμβολή σας για την ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ του τη θεωρούμε επιτακτική και αυτονόητη ώστε επιτέλους να αναδείξουμε τον πολιτισμικό πλούτο αυτού του τόπου.

Η αρχή έγινε από εμάς με τα λίγα μέσα που διαθέτουμε˙ προχωρήσαμε στον καθαρισμό και στη σήμανση ενός από τα πιο όμορφα μονοπάτια που οδηγούν στην "Καμάρα", παλιό πέτρινο γεφύρι σπάνιας αρχιτεκτονικής ομορφιάς και το οποίο χρήζει άμεσης συντήρησης.

Ζητούμε τη συμβολή τη δική σας και του Δημοτικού Συμβουλίου -με κάθε δυνατό τρόπο- για την ανάδειξη των προαναφερόμενων μνημείων και έργων που αφορούν, όχι μόνο τη Μεγαλόχαρη αλλά και ευρύτερα το Δήμο μας. Η αρχή θα μπορούσε να γίνει με τον καθαρισμό και τη σήμανση μονοπατιών και δρόμων, καθώς επίσης και τη συντήρηση των πέτρινων γεφυριών και νερόμυλων. Η συνέχεια έπεται.


Τηλέφωνα Επικοινωνίας:

Χρήστος Θ. Τόλης: 6944508689

Περσεφόνη Λιάπη: 6973931082

Σπύρος Αθανασίου: 6977758523


Την ανωτέρω επιστολή συνυπογράφουν ακολούθως Μεγαλοχαρίτες, συγγενείς και φίλοι.

 

Κάντε κλικ εδώ για να υπογράψετε και εσείς ηλεκτρονικά την επιστολή.

Εκφράσεις

ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

 

Άει καλά!! Τώωωρα...το φούμπσαμε = Αποτύχαμε , ξεφύγαμε απ' την κουβέντα μας.

Τον έχει στο σκιντζό = τον καταπιέζει

Ούιι μανα μ' φάκλα..., γκάνιαξα ζ'δίψα = Πώ πω ζέστη..., έσκασα απ' τη δίψα.

Άφσε με να κοιταστού = άφησέ με να κοιμηθώ

 

Μου γίνκες τσιάμικος ταμπάκος = με ενοχλείς υπερβολικά
Πόνιασε και κτά σ’ = φάε και κοιμήσου
Να κόψω τη κρεμάδα = να τελειώσω τη δουλειά
Μη μ’ σκώνς αλμπασία = μη με ενοχλείς , άφησέ με ήσυχο
Πήρα το χάκι μ’ = ανταπέδωσα,αντεκδικήθηκα ( αντίποινα,βεντέτα)
Άφτου ικία ιάς = άφησέ το εκεί ακριβώς
Άπουπούι γιέμ = με εκπλήσεις!!
Ρίχτκα απού πέρα = πέρασα απέναντι
Σφίχτκα πέρα = έτρεξα μακρυά
Μωρέ…είμαι…σαν κι εκειόν που ‘μολογάν = έτσι όπως είμαι…ρεζίλι θα γίνω
Θα σ’ μάσω τα τσαούλια κβάρ’ = θα φάς μπουνιά που θα σου φύγει το σαγόνι
Θα σ’μάσω τς μύτες = θα φας μπουνιά μεσ’ τη μύτη
Αν πάρω κανιά λούρα λές; Θα στ’αργάσου  του  τουμάρ = απειλή για ξύλο (κυρίως σε παιδιά)
Ε ! π’να γέν’ ξύγκι να γέν’ = ας  μού΄λειπε
Αυτός είναι…πέρα τ’λάκκα = χαζός
Αυτός είναι…κόψε πέρα = τρελλός
Αυτός είναι…να σε κόβ’η νείλα = αξιολύπητος , αξιοθρήνητος
Έχεις κώλο για γάλα πρόβειο; = αντέχεις; έχεις το κουράγιο;
Ξένα κριάρια , δκά μας τ'αρνιά = Αστείο των συγγενών της μάνας,όταν τους λενε πως το παιδί μοιάζει του πατέρα του.
Ω π’να σό’μπει ο διάολος να σό’μπει = ( κατάρα )
Έτσι μ’σκάει = έτσι θέλω,έτσι..γουστάρω!
Κριτσίλωσε το νόρλο =έβαλε  την  ουρά  στα  σκέλια
Τα γκρίλλωσε = πέθανε
Η κουσή της γάτας είναι μέχρ’ν’μπόρτα = μη το χαίρεσε και  για πολύ
Τα πήγε στα εικοστέσσερα = καυγάδησε , τσακώθηκε.
Έχεις κανιά κλήρα; = έχεις κανα παιδί;
Πήρε τα πόντλα = τρελλάθηκε , έκοψε πέρα
Τον τίναξε τον βίτσο = πέθανε
Δε τον κόβει ο Θεός να ησυχάσει ; = καλύτερα να πεθάνει.
Να σ’πεί ο παπάς στ’αυτί = ( κατάρα )
Στον τσόκο μ’ = ( απρεπής απάντηση ).
Την έχει στον αργαλειό = ( πονηρό υπονοούμενο)
Λύσσα κακιά = ( κατάρα ).
Καλό στα μάτια σ’ = ( ευχή ).
Άχ ρε θειά να σ’είχα ξένη =( πονηρός ανηψιός )
Τι να λέει  η δλειά = και τι μ’αυτό; Και τί έγινε;
Να σ’διαλέξω ένα μήλο; = να σου καθαρίσω ένα μήλο να φας;
Άφτη να ρχώσ’ = άσε να πέσει η φλόγα να μην έχει τόσο πολύ φωτιά.
Ακούω βαζούρα = ακούω ήχο μηχανής (αυτοκίνητο,μηχανάκι ,τρακτέρ ,κ.ά.).
Νάμου ένα ματάκι = κάλεσμα σε μικρό παιδάκι για φιλί.
Ώχ !και μ’έφαγαν τα φίδια = το λέμε όταν βλέπουμε ή ακούμε κάτι και μας προκαλεί έκπληξη.
Τι να ντύσω; = τι ρούχα να φορέσω;
Μού ‘ρθε  αφύσκα = έχω  καταβολή , εξάντληση ,ζαλάδα.
Νααα!!!  Μπούφε  κακοχείμαστε = ειρωνικό σχόλιο.
Έχω  τραχανά  στον  ήλιο = είμαι πάρα πολύ βιαστικός.
Μπαρχάλα τα ποδάρια = στάση κατά την οποία τα πόδια βρίσκονται ψηλά και λίγο έως πολύ ανοικτά.
Ρέμα και κατεβασά =πολύ μεγάλη ακαταστασία
Τα ‘κανα καρκαμπάτσα = Δεν άφησα τίποτα
Σα γύφτς απ' τη Καλούτσαινα = χαρακτηρισμός για κάποιον πολύ μελαχροινό
Σα γουμάρ' του Βάϊα Λάλα = χαρακτηρισμός για τεμπέλη και οκνηρό άνθρωπο
Ουδίζ κατ'ισένα = μοιάζει με 'σένα
Με νγκίζ' μέσα μ' = έχω λιγούρα,πεινάω
Έχει ζόδια ο καιρός = είναι αγριεμένος ο καιρός, το πάει για καταιγίδα
Βέλαξ' απ' τον πόνο = Πόνεσα υπερβολικά
Άμα σι πιάσου.......; Θα ζ' ρίξου κανιανάποτη μεσ' στα μτσούνια κι θα σι διαβάσου πέρα σ' Κράβαρη! Απειλή για δυνατή μπουνιά ή χαστούκι
Πήρ' ο κτσός κατήφορο = φτάνει η δουλειά προς το τέλος της , μπήκαμε στη τελική ευθεία.
Παρασκάλσε νια τριμμόψχα = Το λένε όταν "πνίγεται" κάποιος την ώρα που τρώει.
Ωσότου να σπαταλώσω = Μέχρι να καλυτερέψω.
Το γάλα μούκιασε = Το γάλα θα ξινίσει.

 

 

 

 

 

Δεν είναι λίγες και οι εκφράσεις που ακούγονται κατά τη διάρκεια αλλά και μετά το τέλος του παιχνιδιού της Δηλωτής.

Μερικές απ’αυτές είναι :

 

 

 

Μάθαμε τώρα…μικροί – μεγάλοι στα καφενεία.

Σκάστ’ απ’ κάτ’.

Τι έπαθες; ζ’μπήκε τίπουτα στου μάτ' κι του κλείς ;

Μη μ’φσκώνς τν αμπούκα.

Που απδάς μωρέ στο ξίστρωτο;

Άει παίξ' το χαρτί σ’ ωρε πτσαρούλα.

Για να ειδώ τι πήρες; το καλό; τίπτας ένα παλιουδέκα..να!!

Γράψε,δέκα με μίνια.

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Λεξικό Τοπικής διαλέκτου

Παρακαλώ επιλέξτε το γράμμα που θέλετε για να δείτε τις λέξεις:

Α

Β

Γ

Δ

Ε

Ζ

Η

Θ

Ι

Κ

Λ

Μ

Ν

Ξ

Ο

Π

Ρ

Σ

Τ

Υ

Φ

Χ

Ψ

Ω

 

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Α

 

Αβραγιά = η σειρά της σποράς στο χωράφι, η αυλακιά


Αγάνι = η κορυφή του σιταριού με το καρπό

Αγγάζικος =  πολύ  νευρικός

Αγγειό =  δοχείο , σκεύος κουζίνας

Αγκλώθκα = καρφώθηκα από αγκάθι

Αθημονιά =σωρός (από θερισμένο στάρι , ολόκληρη καλαμποκιά) για να μη βρέχονται

Ακουρμένομαι =  ακούω  με  προσοχή

Αλάνταβος =  απρόσεκτος

Αλάργα = μακριά

Αλαταριά = πέτρα με μεγάλη επιφάνεια που βάζουν αλάτι να τρώνε τα ζώα

Αλιμουριάζω = πνίγω κάποιον με τα χέρια

Αλισίβα = στάχτη με νερό για λούσιμο και καθαριότητα

Αλκοτίζω = εμποδίζω , σταματώ

Αλύχτισμα =  γαύγισμα  σκύλου  ή  αλεπούς

Αμούντι (έγινε) = εξαφανίστηκε

Άμπλας = νερό που αναβλήζει

Αμπούκα = μάγουλο

Αμπούριασε = γέμισε καπνό

Αναβάισα = έγειρα και έπεσα

Αναβερβέρξα = ανατρίχιασα

Αναδεχτός – ή = το βαφτιστήρι

Αναδοσιά = φόβος

Ανάκαρο = δύναμη

Αναμέρα = κάνε στην άκρη 

Αναπιάνω =ετοιμάζω το προζύμι

Ανάραχα = η κορυφή της ραχούλας

Ανασκλώθκα = έπεσα ανάσκελα

Ανατσουτσούρωσα =  ανατρίχιασα

Ανεβατίζω = ζυμόνω ψωμί σταρένιο


Αντάρα (κατικνιά) = ομίχλη


Αντράλα ή  ντράβαλος ή  ντράβαλα =  φασαρία

Αξίφωσα = χόρτασα

Απεριλόητος = βρωμιάρης

Απίστωμα = μπρούμητα

Απομόθκα = έπαθα ασφυξία

Από μούρτου = κατά πάνω

Αποξούλια = απ΄έξω

Απόστασα = κουράστηκα

Απουκουντριασμένο = χαζό , δεν καταλαβαίνει τίποτα , βρίσκεται στο κόσμο του

Άπουπούι = ( επιφώνημα σχετλιαστικό που δηλώνει έκπληξη )

Αποφαούρια = αποφάγια

Απστόμσα = γύρισα ανάποδα

Αργάζω = προετοιμάζω 

Αργανέλα = τριχιά

Άργητα = καθυστερήσεις

 

Αρίδα = πόδι , τρυπάνι 


Αρμάθα = πλέξιμο κρεμμυδιών και σκόρδων

Αρμαθιά = η σειρά


Αρούποτος = αχόρταγος


Αρτένομαι = δεν νηστεύω

Αρτμή = υπόλοιπο από το τυρί (υγρό)


Αστραποτσουκανάει = αστράφτει και βροντάει


Αστρέχα = το περιθώριο της στέγης που προεξέχει

Αυγατάω =  συμπληρώνω , προσθέτω

Αφανταλιά = ξάφνιασμα

Αφάντιασμα = σκιάχτρο

Άφτο =  άφησέ  το

Αχούλιασμα = ηχηρός μακρόσυρτος αναστεναγμός

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

 

 

Β


Βάβο = γιαγιά

Βαΐζω =γέρνω

Βάκισμα = χτύπημα

Βακούφικο = περιουσία της εκκλησίας

Βαρκό = τόπος με λίγο νερό

 

Βελανίδα = η βουβωνική χώρα (μασχάλη) των πίσω ποδιών του ζώου (των μπροστινών "λαγαρό").

Βερέμκο = στραβό,δεν είναι ίσιο

Βετούλι = κατσίκι που δεν χρόνιασε

Βιδούρα = ξύλινο δοχείο χωριτικότητας 20 οκάδων

 

Βίραγκας = σημείο του ποταμού όπου λιμνάζει το νερό

Βιτσέλα = δοχείο

Βολά = φορά

Βόρισμα = ψιλόχιονο

Βούγγα = παιδικό παιχνίδι θορυβώδες

Βούγγος = γρήγορα

Βούριαξε(η γουρούνα) = έντονη επιθυμία της γουρούνας για ζευγάρωμα

Βουτσώνω = θυμώνω

 

Βυζήλα = χοντρή φούρκα

 

Κορυφή σελίδας

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Γ

Γαζέπι = δυνατή βροχή , καταρρακτώδης

Γαλάρια = αυτή που έχει γάλα

Γαυρίδα = είδος δέντρου

Γεννήματα = δημητριακά

Γεννησούρι (γεννσούρ') = νεογέννητο

Γηροκόμιο = ηλικιωμένος άνθρωπος που χρειάζεται φροντίδα

Γιαννιώτης = ο βόρειος άνεμος

Γιατάκι = καλύβι

Γίκος = σορός από χοντρά ρούχα (φλοκάτες κ.ά.)

Γιόμα = πριν το μεσημέρι,κολατσιό

Γιουρούκι = ατσούμπαλος , φασαριόζος

Γκαΐλα =χαρακτηρισμός για κάτι πολύ μαύρο

Γκανιάζω = κλαίω γοερά , σκάω στο κλάμα, [ ισχύει και για τη δίψα...(γκάνιαξα) ].

 Γκερδένι = Δύο κρίκοι περιστρεφόμενοι για να μη στρίβει η τριχιά

Γκέσα = μαύρη γίδα

Γκορτζιά = αγριοαχλαδιά

Γκριντάλι = ο ψηλός άνθρωπος

Γλαβανή = το άνοιγμα στη ψευδοροφή

Γνολίθι = λιθάρι της γωνιάς

Γουμίδια = είδος μαγειρίτσας

Γούπατο = μέρος χωρίς θέα – βαθούλωμα, λέγεται επίσης και χουναβιά.

Γραβάλι = τσουγκράνα

Γράδα = μπλέξιμο , μονάδα μέτρησης αλκοόλ

Γράδωσα = έμπλεξα , πιάστηκα κάπου χωρίς τη θέλησή μου

Γρέκι = τόπος όπου κοιμούντε τα γίδια ή τα πρόβατα

Γρέντζελα = αγριοστάφυλα

Γρούμπιασα = καμπούριασα

Γρουμπούλι =εξώγκομα

Γρούσπα = εσοχή βράχου ή σπηλιάς.

Γωνιά = το τζάκι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Δ

 

 

Δημοσά = δρόμος για αυτοκίνητα


Διαβάζω (μτφ) = Διαβιβάζω , στέλνω


Διαλέγω = καθαρίζω, αποφλοιόνω

Διαούρτι = γιαούρτι

Διάσελο = ραχούλα

Διάστρα = εξάρτημα του αργαλειού

Διπλάρκα = δίδυμα

 

Δοκίθκα = Αναζήτησα κάτι όταν διαπίστωσα ότι μου έλειπε.

Δραγάτσι = ταγάρι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Ε

 

Εκειό = εκείνο


Εμεισκα ή Έμσκα = (παρατ. του ρήμ. "μένω")
έμενα


Έρμο = μοναχό

 

Κορυφή σελίδας

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Ζ


Ζα (τα) = τα ζώα

Ζάβατος = δάσος καστανιάς

Ζαγάρι = κυνηγόσκυλο

Ζαγκανάω = κουνάω

Ζαγκλαβάνι = ενοχλητικός

Ζαλίγκα = στη πλάτη

Ζαλίγκι = το φόρτωμα που μπαίνει στη πλάτη

Ζαράλι
= ελλάτωμα σωματικό ή νοητικό

Ζάφι = παράσιτο (κάτι σα σκουλίκι) που δημιουργείται στα ισχνά αρνοκάτσικα

Ζέχνω = βρωμάω

Ζήβα
= σβήσε

Ζητάει (η γίδα) = επιθυμία του ζώου για ζευγάρωμα

Ζιβζέκι
= μικροκαμωμένος

Ζιογκάνα = χαράδρα

Ζιουντίμι = βαρύ ξύλο χλωρό και στραβό

Ζλάπι ή ζουλάπι = άγριο ζώο ( κυρίως για λύκο )

Ζμάχια = παράσιτα (κυρίως δένδρων) που ευνοούνται από την υγρασία

Ζόδι = θυμός

Ζοριό (το) = η τρύπα κάτω από τον μύλο που ξεθυμαίνει η πίεση του νερού 

Ζούδι = ονομασία για ερπετά ή έντομα

Ζουμπρέκι
= πόμολο πόρτας

Ζούπα = πίεσε

Ζουχνάω = σπρώχνω


Ζυγάλετρα = ο εξοπλισμός των αλόγων για να οργώσουν ή να σπείρουν.


Ζυματούρα = είδος φαγητού

Ζώστρα = λουρί που ζώνουν το άλογο ή το μουλάρι ή το γαϊδούρι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Η

 

ΔΕΝ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠΟ Η

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Θ

 

Θειαμένομαι = απορώ μαζί σου

Θερμοτσούκλιασα = πόνεσα

Θερστής = ο μήνας Ιούνιος

Θράκα = αναμένα κάρβουνα

Θρασίμι = ψοφίμι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Ι

 

Ίγκλες = ειδικές λουρίδες που μπαίνουν στα πόδια άγριου αλόγου για ημέρωμα

 

Ιδιάζω = ετοιμάζω το νήμα για τον αργαλειό

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Κ

Κάηκε (η γίδα) = δεν αρμέχτηκε έγκαιρα

Κακαράντζες = τα«κακά» της γίδας ,του λαγού

Κακατσίδα = βελανίδι από δέντρο

Καλέσματα = τα προσκλητήρια

Καλκάνι = η δοκός που στηρίζει τα επίπεδα της σκεπής εκεί όπου σχηματίζουν τον κορφιά (κορυφογραμμή)

Καλοπίχερα = εύκολα

Καλοσκέρσα = πρωτοδοκίμασα γεύση από τη νέα σοδειά

Καλυβοσφύρι = το σφυρί που πετάλωναν τ ’ άλογα.

Καμούτα = θεατρινισμός ,νάζι

Καναβιά = τριχιά

Καναρά = μέσος όρος

Κανούτος = σταχτής (συνήθως για ζώα)


Καπίστρι = τα ινία του αλόγου.


Καραούλι = παρατηρητήριο ,σκοπιά

Κάργας = παλικαράς

Καρδελάγκος = λάρυγγας

Καρκαλέτσι = κοκίτης (καθ. κοκκύτης), ασθένεια με πολύ βήχα

Καρκανιδιάζω = καίγομαι πολύ

Καρκολόιμα = κακάρισμα κότας

Καρκώθκα = στραβοκατάπια ,μου στάθηκε κάτι στο λαιμό

Καρούτα = ξύλινο δοχείο για τα σταφύλια

Καρόφλα = τα φύλλα της καρυδιάς


Καρποστάλι = κάτι πανέμορφο (χαϊδευτική λέξη)


Κασαβέτι = πρόβλημα ,στενοχώρια

Καταγάργαλα = κορυφή ,κατακόρυφα

 

Καταή = κάτω.


Κατακέφαλο = καρπαζιά

Καταντιά = καλή κατάσταση , ξεπεσμός

 

Κατασάουρα = τελείως κάτω, στο χώμα

 

Κατάσαρκα = κάτι που φοριέται κάτω απ τα ρούχα, έχει επαφή με τη σάρκα.


Καταχεριάζω = χτυπάω με τα χέρια


Κατικνιά (αντάρα) = ομίχλη


Κατκιά = στάβλος , καλύβι

Κατσαπλιάς = ο αδιάφορος

Κατσούλα = κουκούλα


Καχριμάνης (καχριμάνς) = ο σπουδαίος

 

Καχριμάνσα = η σπουδαία


Κεφαλάρι = το ακαλλιέργητο τμήμα μεταξύ δύο χωραφιών

Κεφαλαριά = πονοκέφαλος

Κεφτεντές = κομμάτι ξύλο για τεμάχισμα κρέατος

Κίκαρη = φλυτζάνι του καφέ

Κιλμπάσια =έντερα και στομάχι

Κιό = ναι αλλά όμως , μα αφού

Κλαπατσίγκανα = τα μουσικά όργανα ορχήστρας πανηγυριού (συμπεριλαμβανομένης και της μικροφωνικής)

Κλιορεύω = κοιμάμαι

Κλιτσνάρια = πόδια

Κλοτσοτύρι =παράγωγο ξυνόγαλου

Κόθρος = γωνία , τα ακριανά κομμάτια πίτας ή γλυκού που ακουμπούν στο πλάι του ταψιού

Κοκκόσες = καρύδια

 

Κολοκαθιά = βαθύ κάθισμα , χορευτική φιγούρα

Κολοκούρσμα = κούρεμα προβάτου

Κοντό = πουκάμισο

 

Κοπά = κόβω δρόμο , ακολουθώ συντομότερη διαδρομή

 

Κορκόζα = κεφάλ ι(λίγο μεγάλο).

 

Κορύτος = η ταΐστρα του γουρουνιού


Κορφίγκι = το πρώτο γάλα (χοντρό)

Κοτάω = τολμώ

Κότσαλο = το κοτσάνι που μένει όταν ξεσπυριστεί το καλαμπόκι

Κουζιλίμι = κατσίκι ατίθασο

Κουκουμέλες = μανιτάρια

Κουκουμελιώμαι = πηδάω για να φτάσω κάτι

Κουμάσι = το σπιτάκι του γουρουνιού

Κουντράω = χτυπάω ή σπρώχνω με το κεφάλι

Κουρδουμπούλι = σβόλος

Κουρκουζώητος = αυτός που ζεί πολλά χρόνια

Κουρκούλια = μικρές πέτρες

Κούσαλο = καταβεβλημένος άνθρωπος, γέροντας

Κουσεύω = περιπλανιέμαι

Κουσί = γρήγορα

Κουσούλτο = σχέδιο

Κουτέλι = σκυλί που τριγυρίζει άσκοπα

Κουτιρίτσα = μικρή σαύρα σκουρόχρωμη

Κουτσάνα = γυναικεία κοτσίδα

Κούτσκο = μικρό


Κουτσοκεφαλίσκα = Δεν μπορώ να κρατήσω το κεφάλι μου όρθιο (συνήθως από νύστα)


Κουτσοπέτσαλος = χάβρα , σαματάς

Κραίνω = φωνάζω

Κραμποκούκι = είδος ψωμιού με καλαμποκίσιο αλεύρι

Κρεμάδα = ολοκλήρωση εργασίας (απαλλαγή), αρμαθιά καλαμποκιού κρεμασμένη

Κρεμαντζουλίστκα = κρεμάστηκα  από τα χέρια


Κρεμαστάλω = ενα σιδερικό που κρεμούσαν την κατσαρόλα για να βράσουν φαγητό.


Κριτσιανάω = τρίζω

Κριτσίλωσε = στράβωσε

 

Κτσούμπ' = το κομμάτι του κορμού που μένει στη γη μετά το κόψιμο του δέντρου

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Λ

 

 

Λαβέματα = παιδικό παιχνίδι .... το γνωστό σε όλους "κυνηγητό".

 

Λάγανο = βράχνιασμα από δυνατές φωνές ή πολυλογία

Λαγαρίζω = ξεκαθαρίζω, στραγγίζω, φιλτράρω

Λαγαρό = η βουβωνική χώρα (μασχάλη) των μπροστινών ποδιών του ζώου (των πίσω "βελανίδα").

Λάγκεψα = ξαφνιάστηκα

Λαγκιόλι = ελλάτωμα 


Λαΐνα = πήλινο δοχείο

Λάκα = επίπεδο τμήμα εδάφους

Λακάω = φεύγω γρήγορα

Λαουτιάζω = λουφάζω

Λάρωσε = ησύχασε , μη μιλάς

Λατζοκόβω = ανυπομονώ

Λατσούδα = κλαδί από έλατο

Λειανοφάσλα = φασόλια μικρά ( αμπελοφάσολα)

Λειάνσα = τεμάχισα

Λέσιο = αδύνατο ζώο

Λιμασμένο = το πολύ πεινασμένο

Λιόκια = όρχεις

 

Λιουγκρίζω = ίσα που βλέπω , μόλις που διακρίνω

 

Λισγάρι = πολύ ψηλό

Λιτάρι = σχοινί


Λμάκι = κομμάτι ξύλου πολύ ίσιο


Λοιμπά = τα λιόκια

Λούρα = βέργα

Λτσέκι = μονάδα βάρους (20 οκάδες) κυρίως για δημητριακά

Λυκοτίνια = μικρά αρνιά

 

Λώβα = λέπρα , μτφ. η βρωμιά

 

Λωβιάζω = μτφ. βρωμίζω, μαγαρίζω

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Μ

 

Μακελεύτηκα = χτύπησα πολύ άσχημα


Μακροσκοινάω = δένω κάποιο ζώο με πιο μακρύ σχοινί να βοσκήσει περισσότερο.


Μαλτέζικο = καλή ράτσα αμνοεριφίων

Μανάρι = αρνάκι που έχει ιδιαίτερη περιποίηση

Μαναφλίκια = κουτσομπολιά


Μάνταλος = αυτοσχέδιος μηχανισμός να κλίνει η πόρτα.


Μαξούμι = μικρό παιδί

Μαργώνω = κρυώνω

Μαρκάλος = ζευγάρωμα ζώων

Μάσια = μεταλλικό εργαλείο που χρησιμοποιούμε για τη φωτιά στο τζάκι

Μάσινα = καλύβα

Ματσαραγγιά = ξεγέλασμα , εξαπάτηση , κοροϊδία , παραπλάνηση , εμπαιγμός ,

Ματσάστκα = δέχτηκα μεγάλη πίεση

Μαυλάω = καλώ το ζώο να έρθει κοντά μου

 

Μντζούρα = η άσχημη (μτφ)

Μόλογο = ρεζίλι


Μολφίδα = δείγμα (π.χ. μπήκ' η αλεπού στον κοτέτσο και δεν έμεινε μολφίδα από κότα)


Μουζίλι = χλωρό βαρύ ξύλο

Μούκλο = μάγουλο , αμπούκα

 

Μουλαΐμκος = Άνθρωπος ήρεμος, πράος,συμβιβαστικός,(χαρακτηρισμός και για ζώα)


Μούλκι = χωράφι

Μουνούχι = το τεχνικά στειρωμένο

Μουτλάκου = οπωσδήποτε , χωρίς άλλο , σώνει και καλά

 

Μόχαλο = πέτρα

Μπάλα = μέτωπο , κούτελο ,(μι βάρσει ου ήλιους κατάμπαλα)

Μπαλατσάρσα = παλάβωσα

Μπαρμπουλωμένος = καλυμμένος, σκεπασμένος στο κεφάλι

Μπαχλατάω = πολυλογώ (λέω πολλά χωρίς αξία)

Μπερμπεκάω = ξεδιαλέγω ,ψάχνω γύρω  από τα δένδρα για καρπούς πεσμένους κάτω (καρύδια, κ.ά.)

Μπικιόνι = τσίγκινο ποτήρι

Μπιρμπελόνια = είδος φαγητού (ζυμαρικό)

Μπιτ = καθόλου

Μπιχτιά = πολύ απότομη κατηφόρα

Μπλαθρί = χοντρό

Μπλαντζάστκα = ανταμώθηκα

Μπλιόρι = τράγος από ενός έως δύο ετών

Μπλιτσανάω = χτυπάω με τα πόδια το νερό


Μποτεινό η Πουτινός= το πατάρι , ο χώρος ανάμεσα στο ταβάνι και τη σκεπή


Μπούγλα = μεταλλικό δοχείο λαδιού

 

Μπούζιακας = πολύ ζεστό

 

Μπουρδόνι = κάποιος με παχουλό πρόσωπο (στρουμπουλός)


Μπουρμπουτσέλι = γενικά τα άγνωστα μικρά έντομα

Μπουχός = σκόνη

Μπράσκα = πολύ μεγάλος βάτραχος

Μπρέτσικος = ο ευέξαπτος άνευ λόγου και αιτίας

Μπρίζω = κλαίω δυνατά

Μπριντζλίνες = το χαλαρό δέρμα το πλαδαρό

 

 

Μπχαροποδιά = ύφασμα που τύλιγαν γύρω-γύρω το τζάκι ...

 

Μπχούστης = το παζάρι

Μστόβλακος = χαζός


Μτσούνια =πρόσωπο


Μχαρί = (μουχαρί) η καμινάδα εσωτερικά

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Ν

 

Νάμου = δώσε μου

Νείλα = πανωλεθρία , καταστροφή

Νικροσκούτ = σάβανο, (μεταφ. ο άχρηστος)


Νίφκα = πλύθηκα


Νογάω = καταλαβαίνω

Νόρλος = ουρά

Ντάβανος = είδος εντόμου


Νταϊάκι = φούρκα


Νταλάκι = σαμιαμίδι

Ντελικάδα = φάρυγγας

Ντιβικέλης = πλούσιος

Ντιπ = με όλη τη σημασία της λέξεως , στη κυριολεξία

Ντορβάς = ταγάρι υφαντό

Ντορός = ίχνος

Ντουρλώνω = στήνω

Ντράβαλος = φασαρία

Ντρόχαλα = χοντρές πέτρες

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Ξ

 

Ξαγάρι = αμοιβή του μυλωνά από το άλεσμα

Ξάγναντο = ξέφωτο

Ξάι = ένα φορτίο ίσο με το φορτίο ενός φορτηγού ζώου(80 οκάδες)

Ξαμώνω = τεντώνω το χέρι μου για να χτυπήσω κάποιον

Ξεζάρκοτος = γυμνός


Ξεκάμπισα = εμφανίστηκα ξαφνικά μπροστά σε κάποιον


Ξεκλέτζωνος = πολύ ψηλός

Ξεκλιτσινιάστκα = άνοιξαν πολύ τα πόδια μου

Ξελαμπαδιάζω = φανερώνω , αποκαλύπτω , δημοσιοποιώ πράξεις κάποιου ενώπιόν του

Ξεμουτόχου = επίτηδες , αποκλειστικά ,επί τούτου

Ξεμπριστουριάστκα=(μεταφ.) ο έμμετος,έβγαλα τα συκότια μου

Ξεμτσουνιάσκει=χτύπησε πολύ στο πρόσωπο

Ξενιτάρω = τελειώνω

Ξεντεργάνω = ξεμπερδεύω

Ξεντραχτώθκα = διαλύθηκα


Ξεπορδαλιάσματα = λέξη η οποία έχει την ίδια έννοια με το "κύκνειο άσμα"!!


Ξέρακας = ξερό δέντρο

Ξεσκλίστκα = έσκισα τα ρούχα μου

Ξεστρίφτκα = εξαντλήθηκα

Ξετσαουλιάστκα = μου φύγαν τα σαγόνια απ’ το χασμουριτό

Ξετσιώνιασε = αλήτεψε

Ξιμπλέτσοτη = η προκλητικά ντυμένη από τη μέση και πάνω

Ξιτσαρνίζουμι = εξουθενώνομαι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~



O

 

Οβολιός = σωρός από πέτρες

Οδίζω = μοιάζω με άλλον

Ορσίδα = κανάλι στη πλαγιά του βουνού από το οποίο μετά από βροχή ή χιόνι  παρασύρονται πέτρες,κορμοί δέντρων κ.ά

Ουβάσ(ου) = σώπασε ,μη μιλάς ,λάρωσε
 

Ουλουένα = πάντοτε

Ουλουμία = μονομιάς

Ούρδα = διάρροια

Όχτος = φυσικό χωμάτινο αντέρεισμα (ένας μικρός γκρεμός)

Όψιμο = άργησε να ωριμάσει

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Π

 

Παλαντζίκι = εξάρτημα του εξοπλισμού (ζυγάλετρων)

 

Παλιοσπόρια = είδος φαγητού

Παπαδέλες = καθαρισμένα κάστανα ψημένα ή βρασμένα

 

Παραβέλαξα = ούρλιαξα απ' τον πόνο

 

Παραβολιάζω = κρατάω τα ζώα στις άκρες του χωραφιού να βοσκήσουν (να μη φάνε τα σπαρτά).

 

Παρακαλιά = αλληλοβοήθεια


Παραμάζωμα = παίρνω κάποιον σπρώχνοντας βίαια, τον ισοπεδώνω.

 

Παραπήρα = έκανα κάτι κατά λάθος.


Παρασάνταλος = ανάπηρος ,γενικά αυτός που έχει άσχημη όψη

Παρασόλησα = φοβήθηκα απότομα ,τρόμαξα

 

Πατήκια = πλεκτές χοντρές κάλτσες

 

Πατλιά = μεγάλο αγκάθι που μπαίνει στα πόδια

Παχνί = ταΐστρα

Πεδιλόγα = το σχοινί με το χοντρό πανί που μπαίνει στη πλάτη για το ζαλίγκομα


Περδικλώθκα = παρεμποδίστηκα από κάτι και έπεσα


Περδικούλα(μεταφ.) = ψυχή , (το λέει η περδικούλα του)

 

Περιούδα = τα έμμηνα

Περονιάζω = διαπερνώ

Πέτρα = το φύλλο της πίτας ή του μπακλαβά

Πετρόβεργο = το ξύλο για το άνοιγμα φύλλου πίτας ή γλυκού , ο μπλάστρης


Πετσούρι = μικρό κομμάτι καλλιεργήσιμης γης


Πιστρώνομαι = κάθομαι

Πλακανίδα = επίπεδη πλάκα μεγάλων διαστάσεων

 

Πλακίδα = νεαρή κότα

Πλαστός = χορτόπιτα με ζύμη καλαμποκάλευρου

Πλαχούρας = αυτός που έχει μεγάλα αυτιά

Πλίματα = υπολείματα φαγητού

Πλόχερο = χούφτα του ενός χεριού

Πολιτσάνισσα = γυναίκα της πόλης

Πόντζι = ρόφημα για το κρυολόγημα (ζεστό τσίπουρο με ζάχαρη)


Πόρος = δυσμενής εξέλιξη (περίμενε και θα ειδείς τι πόρο θα πάρει)


Πουλουποδιά = σαρανταποδαρούσα

Πούντα = κρύωμα

Πουρδάλες = μυρμήγκια

Πουριά = μικρό πέρασμα για ζώα

Πουτινός η Μποτεινό = το πατάρι , ο χώρος ανάμεσα στο ταβάνι και τη σκεπή

Πουτσαρίνα = γεροδεμένη δραστήρια γυναίκα

Πουτσαρούλας = απαξιωτική προσφώνηση σε άντρα

Πρατίνα = προβατίνα

Πρατόγαλο = γάλα προβατίνας

Πρέντζα = κλωτσοτύρι


Πριάκονο =λίμα ή λιμάρι.


Πρίσκαλα = άγρια σύκα

Προγκάω = τρομάζω ένα ζώο για να φύγει

Πρόπσα = πρόλαβα

Προσλαΐνω = βυζαίνω τα μικρά αρνιά

 

Προύτσαλα = προσανάμματα (τσάκνα)

 

Πρώιμο = ωρίμασε πριν την ώρα του

Πτιά = στομάχι μικρού αρνιού ή κατσικιού που δεν έχει δεχτεί άλλη τροφή εκτός από γάλα

Πυρουμάδα = φέτα καλαμποκίσιου ψωμιού ζεσταμένη στο τζάκι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Ρ

Ραγοβύζι = μπιμπερό

Ρακογυάλι = μικρό γυάλινο ποτηράκι για κέρασμα

Ρασεύω = τριγυρίζω

 

Ρεντζούκλι = Παλιό ύφασμα, άχρηστο, για πατσαβούρα.


Ριγανέλα = είδος τριχιάς

Ρικουμανάω = φωνάζω δυνατά, (από το ρέκος) ρεκάζω.


Ριπιτσιούνι = βρώμικο , πολύ λερωμένο


Ρογκαλιάστκα = τρυπήθηκα από κομμάτι ξύλου

Ρόκα = καρπός καλαμποκιάς

Ροκιά = φυτό καλαμποκιάς από το καρπό και πάνω

Ρούσσα = κοκκινόξανθη

Ρουχνάω = ροχαλίζω

Ρυμουσέλι = έρμο , χωρίς αφέντη - κύριο

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Σ

 

Σαγάνι = τσίγκινο πιάτο , τηγάνι

Σαδέ = ειδάλλως

 

Σακαΐ = ασθένεια πνευμόνων των αλόγων


Σακοτρύπι = αγκάθι

Σαλαγάω = κατευθήνω το κοπάδι

Σαλιβάρι = ξύλο που τοποθετούσαν στο στόμα του κατσικιού για να μη βυζαίνει

Σαούριασε = σώπασε , βγάλε το σκασμό

Σαρμανίτσα = κρεβάτι βρέφους (κούνια)

Σαρώνω = σκουπίζω

Σβάρνα = εργαλείο του ζευγολάτη

Σβαρνίστκα = σύρθηκα

Σβόερας = δραστήριος , ανήσυχος

Σβουνιά = ακαθαρσία (τα κακά) της αγελάδας


Σγανζίκι = ιδιότροπος-στρεβλή προσωπικότητα.


Σεπέτι = μπαούλο

Σέπωμαι = σαπίζω

Σερκό = αρσενικό

Σερμπούνι = κρυολόγημα

Σέρπετο = σαύρες , σκορπιοί ,γενικά τα πολύποδα


Σιαηλός = χάχας ,βλάκας.

 

Σιαμτελός = ολιγόμυαλος,χαζός.


Σιαχλασμένο = χαλασμένο

Σιλπί = ψαροπαγίδα (κυρίως για πέστροφες )

Σιμά = κοντά

Σκαμνιά = μουριά

Σκαμπασιά = σκελετός

Σκαπετάρσα = ξέφυγα


Σκαρσμένο = τρελό-φευγάτο


Σκερεύω = Τακτοποιώ, νοικοκυρεύω

Σκέριο = νοικοκυριό

Σκιάζομαι = φοβάμαι


Σκιζάρι = ξύλο σκισμένο για πάσσαλος(Συνήθως από κέδρο ή καστανιά).


Σκλέντζα = παιδικό παιχνίδι


Σκλιμπόνια = έντομα


Σκορδομπάτσος = παιδικό παιχνίδι

Σκούπρα = σκουπίδια

Σκρούμπος = καμμένο


Σλουή = σκέψη -συλλογισμός


Σομπολιάζω = ταιριάζω

Σούμπρα = καρυδόψυχα

Σουργούνι = ξευτιλισμός ,ρεζίλεμα ( σέδιο )

 

Σουρίζω= δίνω σημασία, υπολογίζω.


Σούρλα = η μύτη του γουρουνιού

 

Σουρλοκάλυβα = πρόχειρες βλάχικες στρογγυλές καλύβες από άχυρα ,φτέρες ή βούρλα

Σούτα = γίδα χωρίς κέρατα

 

Σουτέρεψα = σκότωσα (κυρίως ερπετό)


Σπάπι = αιδοίον

Σπλόνι = είδος χόρτου με φαρμακευτικές ιδιότητες

Σπρούχνη = η στάχτη με αναμένα κάρβουνα

Σταλικομένος = καθηλομένος

Στάλος = σκιερό μέρος που κάθονται τα πρόβατα το μεσημέρι

Στέρφος–α = στείρος-στείρα

Στεφάνι = γκρεμός

 

Στιβάλια = παπούτσια

 

Στουμπιά = πέτρα για πετροβόλημα

Στουμπίστκα = δέχτηκα μεγάλη πίεση , ματσάστκα

 

Στρουπίτσι = ξύλο κομμένο μακρύ και ίσιο( συνήθως ελατήσιο ).

 

Συγχαρίκια = αμοιβή σε κάποιον που φέρνει καλά νέα

Συμπράγκαλα = αποσκευές

Συνγκεριάζω = τακτοποιώ

Συντελεύτκα = καταστράφηκα πλήρως


Σύπραγος = άναυδος , έκπληκτος ή και ήσυχος


Συρμή = κρυολόγημα

Σφαλαγγούδια = αράχνες


Σφεντζώνω = κατασκευάζω "τοιχοποιία"  με πλέγμα κλαδιών


Σφίχτκα = έτρεξα

Σφούνι = το ακροφύσιο η απόλυξη της κάναλης του νερόμυλου

 

Σών' ή Σώνει = φτάνει , σταμάτα

 

Κορυφή σελίδας

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Τ

 

Τάβλα = τραπέζι

Ταπίστομα = μπρούμητα

Ταχειά = αύριο

Τένγκι = ξύλινη κατασκευή που χρησιμοποιείται για τη συσκευασία του τριφυλλιού σε δέμα (μπάλλα)

 

Τζόρας = ανόητος


Τζούφλια = μάτια

Τλουπώνομαι = τυλίγομαι με ρούχα-σκεπάσματα

Τλώθκα = σφίχτηκα

 

Τούζι = μπόρα


Τραγαζίκα = Το τομάρι που άδειασε από τυρί,(μεταφορικά κάτι άχρηστο).


Τρανός = μεγάλος

Τραπέτσι = ξινό

Τράω = κοιτώ ,βλέπω

Τριβαλιάζω = τσακίζω

 

Τριμτάνα= τρεμούλα

 

Τριφτάρι = πέτρα ποταμίσια που τη χρησιμοποιούν για να τρίβουν αλάτι κ.ά.


Τριψιάνα ή τρίψα =  κομμάτια ψωμιού τριμμένα μέσα σε πιάτο με γάλα


Τσακατόρα = εργαλείο που προκαλεί θόρυβο για να απομακρυνθούν επιβλαβή ζώα από το χωράφι (μεταφ. η πολυλογού γυναίκα , η γλωσσοκοπάνα)

Τσακνάκι = μικρό πολύ λεπτό κλαράκι

Τσακναρίδα = αυτή που έχει πολύ λεπτά πόδια

Τσακτσίρα = παντελόνι παραδοσιακής στολής

Τσαλακατιώνται = λογομαχούν έντονα

Τσαλαφούτι = παράγωγο πρόβειου γάλακτος

Τσαντίλα = πανί για το στράγγισμα του τυριού

Τσαούλι = η κάτω γνάθος


Τσάρκος = χώρισμα του στάβλου για αρνιά ή κατσίκια.(να μη βυζαίνουν)

 

Τσαρναράει = ίσα που τρέχει(το νερό στη βρύση ή στ' αυλάκι)

 

Τσαρπάλι = Αυτό που μένει στο δέντρο όταν κόβουμε ένα κλωνάρι

 

Τσαρπνιά = το αγκάθι από το δένδρο της γκορτζιάς


Τσατμάς = διαχωριστικό δωματίου από άχυρο , λάσπη και ξύλα

Τσάχαλο = σκουπίδι

Τσέργα = φλοκάτη

Τσέρμιασμα = μούδιασμα

Τσιακλατάω = χτυπάω τα αυγά

Τσιαμπαλούκια = μαλλιά


Τσικροπελεκάω = πελεκάω κάτι με τσεκούρι έτσι στα χαζά να περνάει η ώρα.


Τσιλόνι = άχρηστο ρούχο


Τσιμπλοκούκι = λυχνάρι

 

Τσιόκαλα = τα φλούδια απ' τα καρύδια ή τα φασόλια, κομμάτια πέτρας για σφήνες

 

Τσιουπλεντάρα = είδος πτηνού

Τσιουφτελίτης = γρουσούζης

Τσιριγκούλι = ξεσκισμένο ρούχο


Τσίτουσα ή αξίφωσα = χόρτασα


Τσιτσικώνω = σκάω στο κλάμα

 

Τσλαφιάζω = τρομάζω από ξάφνιασμα

 

Τσοκάνισμα = τρόπος στειρώσεως ζώου

Τσόκος = …ανδρικό μόριο

Τσόλι = χαλί υφαντό από μαλλί τράγου ή γίδας

 

Τσουγγανάω = χτυπάω

 

Τσούκνα = το κολλημένο φαΐ στη κατσαρόλα

Τσούμα = ο βολβός της ρίζας του ερυκόδενδρου

Τσουμαλίζω = τρώω

Τσουμανίκι = μπαστούνι

Τσουπελάκα = πράσινη σαύρα

Τσουρέπια = κάλτσες χοντρές πλεκτές

Τυρολόγος = ασκί γεμάτο τυρί

Τφάνι = περαστικό ψιλόβροχο ή μπόρα της στιγμής

Κορυφή σελίδας

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~



Υ

Ύστερη = τελευταία

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~



Φ

 

Φακιόλες = είδος καλαμποκιού (ποπ-κορν)

Φάκλα = πολύ ζέστη

Φανέστρα = μικρό παράθυρο πάνω στο ήδη υπάρχον (φινιστρίνι)

Φαρφάλα = φουσκάλα στο δέρμα

Φερνό = ανοιχτό


Φερφερένιο = πιάτο από πορσελάνη(όχι τσίγκινο).


Φιλεύω = κερνώ

Φιλί = κομμάτι

 

Φιλιρούδια = σκισμένα ρούχα, ρετάλια, κομματάκια.

 

Φιοκόβει = θερίζει (το κρύο)

Φκάρι = κέλυφος

Φκαροβύζα = με μεγάλες θηλές (κυρίως για γίδα)

Φλάτο = παλαβομάρα

Φλέσερα = πεσμένα φύλλα από δέντρα του λόγγου

Φλιά = δώρο

Φλιντούρξε = πέταξε στον αέρα

Φλιντράω = πετάω

Φόλι = το αυγό που αφήνουμε στη φωλιά της κότας

Φόντα = από τότε

Φουρδακλιάσκα = κάηκα

Φρεντάσι = νάζι

Φταίξος = ο υπαίτιος , αυτός που φταίει

 

Φωτίκια = τα δώρα του νονού ή της νονάς

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Χ

 

Χαβελές = σωρός πέτρες ,βαρύ φορτίο

Χαλεύω = ζητώ

Χαμοκέλα = μικρή σε ύψος καλύβα

Χαμοκέρασο = αγριοφράουλα

Χαμχούϊας = ηλίθιος ,χαζός

Χανάκα =ξύλινη τριγωνική κατασκευή στο λαιμό του γουρουνιού που το εμπόδιζε να περνάει από τους φράχτες

Χατήλι = η γωνία που σχηματίζετε από τη σκεπή και τον τοίχο εσωτερικά του σπιτιού

Χαύδα = στάση καθήμενης γυναίκας( με ανοικτά τα πόδια).

Χειμαδιά = τόπος που συγκεντρώνονται τά κοπάδια το χειμώνα

Χλιάρι = κουτάλι

Χλίβομαι = βασανίζομαι

Χλιμάρες = δουλειές

Χλιμένος = βασανισμένος ,κακομοίρης

Χνέρι = ρεζιλίκι

Χόβολη = ζεστή στάχτη

 

Χούι = κακή συνήθεια , ιδιοτροπία


Χουϊάζω = φωνάζω δυνατά , μαλώνω

 

 

Χουχτάω ή χουχουτίζω = φωνάζω για να διώξω τα άγρια ζώα

Χυμονικό = το καρπούζι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Ψ

Ψαρί = γκριζωπό

Ψες = εχθές

Κορυφή σελίδας

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Ω

 

ΔΕΝ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠΟ Ω

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

κόβω δρόμο , ακολουθώ συντομότερη διαδρομή

Εθιμα Εορτών

 

 

 

ΕΘΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
 
Όλοι μικροί μεγάλοι περίμεναν με ανυπομονησία τις γιορτές των Χριστουγέννων. Η έγνοια τους για τις γιορτές φαίνονταν μερικούς μήνες νωρίτερα. Οι περισσότερες οικογένειες αγόραζαν από τις αρχές του φθινοπώρου ή και νωρίτερα από ένα γουρουνόπουλο και το τάιζαν ό,τι υπήρχε στο σπίτι για να μεγαλώσει.

 

 

Τα Χριστούγεννα έτρωγαν το γουρουνόπουλο σε αντίθεση με το Πάσχα που έτρωγαν αρνί. Πριν από τα Χριστούγεννα άρχιζε η Σαρακοστή. Σε όλα τα σπίτια άρχιζε η νηστεία. Όλες τις μέρες οι νοικοκυρές μαγείρευαν νηστίσιμα φαγητά.
 

 

Τέσσερις μέρες πριν από τη μεγάλη γιορτή έσφαζαν τα γουρουνόπουλα. Οι γείτονες βοηθούσαν ο ένας τον άλλο γιατί ήταν δύσκολη δουλειά. Τα ζώα ήταν παχιά και δυνατά και χρειαζόταν 3 και 4 άντρες για να ακινητοποιήσουν το κάθε ζώο και ένας άλλος για να το σφάξει.
 

.

Το δέρμα του το έφτιαχναν σγαρόνια ( παπούτσια) όταν ήταν σκληρό. Όταν ήταν μαλακό το μαδούσαν, το έκοβαν μικρά κομματάκια, το καβούρδιζαν με τραχανά και το έφτιαχναν πίτα !

( έστρωναν ένα φύλλο στο ταψί , έριχναν τη γέμιση, από πάνω έστρωναν άλλο φύλλο, το ράντιζαν με νερό και έψηναν την πίτα).

 

 

Το κρέας το ξεχώριζαν από το λίπος. Το κρέας το αλάτιζαν και το κρατούσαν για όλες τις γιορτές. Δεν υπήρχαν ψυγεία για να διατηρηθεί και γι’ αυτό το κρεμούσαν στην αποθήκη από ένα ξύλο της στέγης. Ο καιρός ήταν κρύος , οι αποθήκες σχεδόν παγωμένες και έτσι το κρέας δεν πάθαινε τίποτε.
Το λίπος του γουρουνιού , τη «λίπα», όπως την έλεγαν, την έκοβαν μικρά κομματάκια και την έλιωναν στη φωτιά. Αφού έλιωνε ένα τμήμα από το λίπος έμεναν στο τηγάνι μικρά κομματάκια από λίπος και κρέας.  Ήταν οι περίφημες « τσιγαρίδες», το αγαπημένο φαγητό μικρών και μεγάλων. Το υπόλοιπο λίπος το στράγγιζαν σε τενεκέδες και το χρησιμοποιούσαν για να φτιάχνουν πίτες , τηγανίτες και μπουκουβάλα ή το άλειφαν πάνω σε φέτες ψωμιού.
 

 

Με τα έντερα του γουρουνιού έφτιαχναν λουκάνικα. Έκοβαν τα εντόσθια μικρά κομμάτια και αφού τα ανακάτευαν με ψιλοκομμένα κρεμμύδια , σκόρδα, μαϊντανό, ρίγανη και πράσα γέμιζαν με όλα αυτά τα έντερα. Τα τοποθετούσαν στο ταψί και τα έψηναν. Όλα αυτά τα μαγείρευαν τις μέρες των γιορτών και ποτέ πριν από αυτές.
 

 

Όταν ξημέρωναν τα Χριστούγεννα άναβαν μεγάλη φωτιά στο τζάκι. Ο αρχηγός της οικογένειας έκαιγε χλωρά κλαδιά δέντρων στη φωτιά και τότε πετάγονταν πολλές σπίθες. Ενώ οι σπίθες πετάγονταν έλεγε « αρνιά, κατσίκια, υγεία, σοδήματα, νύφες, γαμπροί , εγγόνια».
 
 
Όταν χτυπούσε η καμπάνα όλοι πήγαιναν στην εκκλησία. Μετά το τέλος της λειτουργίας όλοι οι χωριανοί αντάλλαζαν ευχές. Το μεσημέρι στο τραπέζι η κάθε οικογένεια έκοβε το Χριστόψωμο. Αυτό ήταν ζυμωμένο με άσπρο αλεύρι και πάνω είχε σχεδιασμένο ένα μεγάλο Σταυρό. Στη συνέχεια άρχιζε το φαγητό που φαινόταν ιδιαίτερα νόστιμο, γιατί είχε προηγηθεί η μεγάλη νηστεία.

 

 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ - ΦΩΤΑ
 
Την παραμονή της πρωτοχρονιάς το απόγευμα οι άντρες των πιο πολλών οικογενειών πήγαιναν στα καφενεία του χωριού και έπαιζαν χαρτιά. Τα χρήματα για την περίπτωση τα μάζευαν καιρό πριν. Τα παιχνίδια που συνήθιζαν να παίζουν εκείνες τις μέρες και που παίζουν ακόμη και σήμερα είναι το στούκι ( μια παραλλαγή της γνωστής 31ας), το ραμί, η πόκα και ο Θανάσης. Οι γυναίκες και τα παιδιά έμεναν στο σπίτι. Μέχρι τα μεσάνυχτα ελάχιστοι έμεναν ξάγρυπνοι. Έτσι ο καινούριος χρόνος έρχονταν χωρίς μεγάλη υποδοχή. Τον υποδέχονταν αυτοί που έπαιζαν χαρτιά με τουφεκιές.
 

 

Το πρωί της πρωτοχρονιάς οι γυναίκες έπαιρναν ψωμί, βούτυρο και τυρί και αφού πήγαιναν στη βρύση τα έτριβαν για να τρέχουν αυτά τα τρία καλά στο σπίτι όλη τη χρονιά όπως το νερό.
 

.

 

Αργότερα όλοι πήγαιναν στην εκκλησία. Εκείνη τη μέρα αφθονούσαν τα  « υψώματα» γιατί τα ονόματα Βασίλης και Βασιλική ήταν πολύ διαδεδομένα

 

.

 
Το μεσημέρι στα σπίτια έκοβαν τη βασιλόπιτα. Αυτή την έκαναν από το κεφάλι του γουρουνιού. Έβραζαν το κεφάλι, έκοβαν το κρέας του μικρά κομματάκια και το έκαναν πίτα. Άλλοι την έφτιαχναν με τραχανά. Μέσα έβαζαν φύλλα από φιλίκι, πουρνάρι, αριά και ένα νόμισμα.
 

 

Την παραμονή των Φώτων ο ιερέας περνούσε σε όλα τα σπίτια του χωριού και έκανε αγιασμό. Τότε έλεγαν οι χωριανοί πως φεύγουν οι καλικάτζαροι. Την άλλη μέρα έπαιρναν από τη εκκλησία αγιασμένο νερό και ράντιζαν τα πάντα. Ράντιζαν τα ζώα, τα χωράφια, τα εργαλεία, και ό,τι άλλο άνηκε στην οικογένεια.

 

ΠΑΣΧΑ

Οι γιορτές ξεκινούσαν από το Σάββατο του Λαζάρου. Αυτή η μέρα ανήκε στα παιδιά.
Κρατώντας στο χέρι τους από ένα καλαθάκι στολισμένο με λουλούδια, περνούσαν στα σπίτια και έλεγαν.....
........το τραγούδι του Λαζάρου.
 
« Σήμερον έρχεται ο Χριστός
ο επουράνιος Θεός,
εν τη πόλει Βηθανία,
Μάρθα κλαίει και Μαρία,
Λάζαρον τον αδελφόν τους
τον γλυκύ και καρδιακόν τους.

Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν
και τον εμοιρολογούσαν.
Την ημέρα την Τετάρτη
κίνησε ο Χριστός για να ’ρθει.

Τότε εβγήκε και η Μαρία
έξω από τη Βηθανία.
Κι εμπρός το γόνυ κλείνει
και τα πόδια Του φιλεί:

-  Αν εδώ ήσουν ,Χριστέ μου,
δε θα πέθαινε ο αδελφός μου.
Μα και τώρα εγώ πιστεύω
και πολύ καλά το ξέρω,
ότι δύνασαι, αν θελήσεις
και νεκρούς να αναστήσεις.

-  Έχεις πίστη βρε Μαρία,
άγομεν εις τα μνημεία.

Τότε ο Χριστός δακρύζει
και τον Άδη φοβερίζει:
-  Άδη, Τάρταρε και Χάρο
Λάζαρε ήρθα να σε πάρω.
Δεύρω έξω, Λάζαρέ μου,
Φίλε και αγαπητέ μου.

Παρευθύς από τον Άδη
ως εξής και ως σημάδι.
Λάζαρος απελυτρώθη
αναστήθη και εσηκώθη.
Ζωντανός σαβανωμένος
και με το κερί ζωσμένος.

Τότε η Μάρθα και η Μαρία,
τότε όλη η Βηθανία:
"Δόξα τω Θεώ"φωνάζουν
και το Λάζαρο εξετάζουν,
-  Πες μας, Λάζαρε, τί είδες;
εις τον Άδη όπου επήγες;

-  Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι.
της καρδίας, των χειλέων
και μη με ρωτάτε πλέον  ».
 
 
Στη συνέχεια έλεγαν τραγούδια για τους ανθρώπους του σπιτιού. Για το νοικοκύρη έλεγαν:
 

« Εσένα πρέπει αφέντη μου

στα πεύκα να κοιμάσαι

με το’να χέρι να μετράς,

με τ’ άλλο να δανείζεις.

Ανάμεσα στην κάμαρη

χρυσή καντήλα ανάβεις

να φέγγει της κυρούλας σου

να στρώνει να κοιμάσαι,

να πέφτουν τ’ άνθη πάνω σας

τα μήλα στην ποδιά σας

κι αυτά τα κιτρολέμονα

τριγύρω στο λαιμό σας ».

ακολουθούσε το τραγούδι της νοικοκυράς:

« Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή

κυρά γαϊτανοφρύδα,

σαν έκαμες να στολιστείς

στην εκκλησιά να πάγεις,

βάζεις τον ήλιο πρόσωπο

και το φεγγάρι στήθη,

βάζεις και τον αυγερινό

κουμπί και δαχτυλίδι

και του κοράκου τα φτερά

βάζεις γαϊτανοφρύδι ».

 
 
αν η οικογένεια είχε ανύπαντρη κοπέλα της τραγουδούσαν:
 
« Σαδώ μαντίλια κρέμονται
σακεί μαντίλια σειούνται.
Έχουμε μια κόρη
που την παντρολογούμε.
-Πάρε κόρη μ’ το βασιλιά
πάρε κόρη μ’ το
ρήγα (=μοναχοπαίδι)
-Δεν θέλω εγώ τον βασιλιά
δεν θέλω εγώ τον ρήγα.
Θέλω το παπαδόπουλο
που’ναι γραμματισμένο.
Χίλιοι κρατούν το χαλινό
χίλιοι το χαλινάρι
κι αυτός δεν καταδέχεται
στη σκάλα να πατήσει ».
 
όταν στο σπίτι υπήρχε μοναχογιός έλεγαν:
 
« Κυρά μου τον εγιόκα σου
κυρά μ’ τον ακριβό σου,
στους βάλτους πιάνει τους λαγούς
στους κάμπους τα περδίκια
κι αυτού στα στριφολάγγαδα
πιάνει τρία
λαφομόσκια. (= τα μικρά του ελαφιού)
Το ’να το πει της μάνας του
τ’ άλλο της αδερφής του
το τρίτο το καλύτερο
της αγαπητικιάς του ».
στο μικρό παιδί της οικογένειας τραγουδούσαν:
« Ένα μικρό μικρούτσικο,
του βασιλιά τ’αγγόνι
τριγύρω γύρω έρχεται
βασιλικό μαζώνει
βασιλικό κι αμάραντο
τρία κλωνάρια μόσκο ».
 
 
Οι νοικοκυρές έδιναν σαν δώρο στα παιδιά αυγά.
 
 
Την Κυριακή των Βαΐων πήγαιναν όλοι στη εκκλησία για να πάρουν δάφνες από το χέρι του παπά. Τις δάφνες τις πήγαιναν στην εκκλησία οι νιόπαντρες γυναίκες. Φεύγοντας από αυτή και φτάνοντας στα σπίτια τους έβαζαν μία δάφνη στο εικονοστάσι, μία στην πόρτα του σπιτιού και μία στην πόρτα του στάβλου.

Από την Μ.Δευτέρα μέχρι την Μ.Τετάρτη γίνονταν το ασβέστωμα των σπιτιών. Σε όλες τις γειτονιές οι γυναίκες ήταν στο πόδι.

 
 

Την Μ.Πέμπτη όλοι πήγαιναν στην εκκλησία για να κοινωνήσουν. Αυτή η μέρα ήταν αφιερωμένη στις ψυχές των νεκρών. Όλες σχεδόν οι οικογένειες πήγαιναν στην εκκλησία κόλλυβα. Το απόγευμα της ίδιας μέρας έβαφαν τα αυγά κόκκινα.

Την Μ.Παρασκευή ξυπνούσαν από το πένθιμο χτύπημα της καμπάνας. Κανένας δεν δούλευε εκείνη την μέρα, οι γυναίκες δεν μαγείρευαν όπως κάθε μέρα. Το συνηθισμένο φαγητό εκείνης της μέρας ήταν η « σκαλτσούνα». Αυτή ήταν πίτα με λάχανα και αλεύρι χωρίς λάδι. Δεν έτρωγαν όλοι μαζί το μεσημέρι αλλά ο καθένας μόνος του. Το πρωί τα παιδιά κρατώντας καλαθάκια στολισμένα με μαύρα μαντήλια περνούσαν στα σπίτια και τραγουδούσαν τα  « Πάθη του Κυρίου»:

« Κάτω στα Ιεροσόλυμα
στον τάφο του Κυρίου
εκεί δέντρο δεν ήτανε
και δέντρο εφυτρώθη.
Το δέντρο ήταν ο Χριστός
και ρίζα η Παναγία
κι αυτά τα ριζοκλώναρα
ήταν οι μάρτυρές του
που μαρτυρούσαν κι έλεγαν
τα πάθη του Κυρίου.


Σήμερον μαύρος ουρανός,
σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερον όλοι χλίβονται
και τα βουνά λυπούνται.


Σήμερον έβαλαν βουλή
οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά
κι οι τρισκαταραμένοι
για να σταυρώσουν τον Χριστό
τον πάντα Βασιλέα.

Και Κύριος εθέλησε
να μπει σε περιβόλι
να λάβει Δείπνο Μυστικό,
να τον συλλάβουν όλοι.

Κι η Παναγιά η Δέσποινα
καθόταν μοναχή Της
τας προσευχάς της έκανε
για Τον μονογενή Της.


-  Σώνουν κυρά μου οι προσευχές ,
σώνουν και οι μετάνοιες
και Τον Υιόν σου πιάσανε
και στον φονιά Τον πάνε
και στου Πιλάτου τας αυλάς
κι εκεί Τον τυραγνάνε.


Τετάρτη Τον επιάσανε
Πέμπτη Τον τυραγνάνε
Παρασκευή τ’ αποταχύ
πάνε να Τον σταυρώσουν.

-          Χαλκιά χαλκιά ,φτιάσε καρφιά
φτιάσε τρία περόνια .
Και ’κείνος ο παράνομος
βάνει και φτιάνει πέντε.


-          Συ παραγιέ που τα ’φτιασες
πρέπει να μας διατάξεις .
- Βάλτε τα δυο στα χέρια Του
τ’ άλλα τα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό
βάλτε το στην καρδιά Του ,
να τρέξει αίμα και νερό
να λιγωθεί η καρδιά Του.

Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε
εβρέθει λιγωμένη.
-          Φέρτε μαχαίρια να σφαχτώ
φωτιά να πάω να πέσω.
Σε τί γκρεμό να γκρεμιστώ
για Τον Μονογενή μου ;

Στάμνα νερό Της ρίξανε
τρία κανάτια μούστο
και τρία με ροδόσταμνα
για να Της έρθει ο νους Της .


Όταν Της ήρθ’ ο λογισμός ,
όταν Της ήρθ’ ο νους Της
φωνή Της ήρθε εξ’ ουρανού
κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα:

-Λάβε Κυρά μου υπομονή,
λάβε Κυρά μου ανέχεια.
- Το πώς να λάβω υπομονή,
το πώς να λάβω ανέχεια
είχα υιό Μονογενή
κι Εκείνον σταυρωμένον.
Τον εσταυρώσαν τα σκυλιά
κι οι τρισκαταραμένοι.

Κι η Μάρθα κι η Μαγδαληνή
κι η μάνα του Λαζάρου
και του Ιακώβου η αδερφή
κι οι τέσσερις αντάμα
σαν πήραν το στρατί στρατί,
στρατί το μονοπάτι ,
το μονοπάτ’ τις έβγαλε
μεσ’ του ληστού την πόρτα .


- Άνοιξε πόρτα του ληστού
και πόρτα  του Πιλάτου
κι η πόρτα απ’ το φόβο της
ανοίγει μοναχή της .


Κοιτάει δεξιά, κοιτάει ζερβά
κανένα δεν γνωρίζει.
Κοιτάει και δεξιότερα
και βλέπ’ τον Άη-Γιάννη.


-  Αφέντη αη-Γιάννη Πρόδρομε
που βάφτισες Τον γιο μου
μην είδες τον υιόκα μου
Τον μένε Δάσκαλό σου;


- Δεν έχω χείλη να σου πω,
γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χειροπάλαμο
για να σου Τονε δείξω.


Βλέπεις εκείνο τον γυμνό
τον παραπονεμένο
όπου φορεί στην κεφαλή
αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος ειν’ο γιόκας σου
και μένα ο Δάσκαλός μου.

Η Παναγιά πλησίασε
γλυκά τον ερωτάει:
- Δε μου μιλάς παιδάκι μου,
δε μου μιλάς παιδί μου;


-          Τί να σου πω μανούλα μου
που διάφορο δεν έχεις;
Μόνο το Μέγα Σάββατο
μετά το μεσονύχτι
που θα λαλήσει ο πετεινός
σημαίνουν τα ουράνια.

Σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά
το Μέγα Μοναστήρι
με τετρακόσια σήμαντρα
κι εξήντα δυο καμπάνες
κάθε καμπάνα και παπάς
κάθε παπάς και διάκος.


Όποιος τ’ ακούει σώζεται
κι όποιος το λέει αγιάζει
κι όποιος το παρακουρμαστεί
Παράδεισο θα λάβει.
Παράδεισο και λίβανο
από τον Άγιο Τάφο  » .

 

 

Την ίδια μέρα τα αγόρια και τα κορίτσια του χωριού στόλιζαν τον Επιτάφιο.


Το βράδυ οι μανάδες περνούσαν τα παιδιά τους κάτω από Αυτόν για να μην αρρωσταίνουν.

 

 

 

 

 

Το Μ.Σάββατο οι άντρες έσφαζαν τα αρνιά για το φαγητό της Ανάστασης και των τριών άλλων ημερών.

 
Το βράδυ οι χωριανοί με τις άσπρες λαμπάδες στα χέρια τους μαζεύονταν στην εκκλησία για την Ανάσταση. Μετά το τέλος της λειτουργίας, έχοντας στα χέρια αναμμένες τις λαμπάδες με το Άγιο Φως, όλος ο κόσμος έβγαινε στο προαύλιο της εκκλησίας για να δημιουργήσουν τον «κύκλο της αγάπης».

«Ο κύκλος της αγάπης»

 

Καθένας που έβγαινε από την πόρτα εύχονταν «Χρόνια Πολλά» και έλεγε «Χριστός Ανέστη» σε όλους κατά μήκος του κύκλου, αφήνοντας στην άκρη τα μίση και την έχθρα.

Όποιος τελείωνε τον χαιρετισμό στέκονταν με τη σειρά του δίπλα στον τελευταίο του κύκλου. Με αυτό τον τρόπο ο κύκλος μεγάλωνε και έτσι όλοι στο τέλος έχουν ευχηθεί μεταξύ τους.

Το έθιμο αυτό διατηρείται και στις μέρες μας τόσο στην Ανάσταση και τις μεγάλες γιορτές , όσο και κατά το τέλος της Κυριακάτικης λειτουργίας. Στη συνέχεια,τα τελευταία χρόνια, μοιράζονται κόκκινα αυγά και πασχαλινά τσουρέκια και όλοι επιδίδονται με μανία στο τσούγκρισμα των αυγών !!

πυροτεχνήματα

 
 
Όλοι προσπαθούσαν να κρατήσουν αναμμένες τις λαμπάδες τους μέχρι να φτάσουν στα σπίτια τους. Εκεί σχημάτιζαν με τον καπνό από τη φλόγα τους ένα Σταυρό στην εξώπορτα και άναβαν και το καντήλι. Σε όλα τα σπίτια έτρωγαν μαγειρίτσα. Την πρώτη μέρα του Πάσχα οι οικογένειες έψηναν τα αρνιά στις αυλές των σπιτιών. Ήταν οικογενειακή γιορτή.

Το ψήσιμο του αρνιού

 
Την δεύτερη και τρίτη ημέρα γινόταν στα χωριά πανηγύρια. Όλοι μαζεύονταν στη πλατεία του χωριού ή στο προαύλιο της εκκλησίας και γλεντούσαν. Αν την δεύτερη μέρα γιορτάζονταν και η γιορτή του Αγίου Γεωργίου το  πανηγύρι είχε άλλη χάρη.
 
Τότε τραγουδούσαν εκτός από τα άλλα και το παρακάτω τραγούδι :

« Μεσ’ τ’ Αη - Γιωργιού τους πλάτανους

γίνεται πανηγύρι.

Χορός εδώ, χορός εκεί

Όργανα και τραγούδια

Και χίλια ψένονται σφαχτά

σ’ όλο το πανηγύρι.

-Φάτε και πιέτε βρε παιδιά

χαρείτε να χαρούμε,

γλεντήστε τούτο το ντουνιά

του χρόνου ποιος το ξέρει

για ζούμε, για πεθαίνουμε

για σ’ άλλο κόσμο πάμε ».

 
Με γλέντι και χαρά περνούσαν οι μέρες του Πάσχα. Από το πρωί της άλλης μέρας άρχιζαν ξανά οι δουλειές για όλους.

 

 

ΕΘΙΜΑ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ

Η πρωτομαγιά ήταν η ημέρα της φύσης και των λουλουδιών. Ανήμερα οι γυναίκες έπλεκαν στεφάνια με αγριολούλουδα. Τα έδεναν τα λουλούδια με κόκκινη κλωστή και καθώς έπλεκαν τραγουδούσαν τραγούδια του Μάη και άλλα που μιλούσαν για κρίνα. Σας παρουσιάζουμε δυο σχετικά τραγούδια:

 

1ο

« τα λουλούδια σου Μάη μου

και τα κρίνα σου Μάη μου,

σινιάλο σου κάνουν

στο στεφάνι σου Μάη μου».

2ο

« Εχάραξε η αυγή

κι ο ήλιος ανατέλλει

και κόκκινα τριαντάφυλλα

στολίζουν τα στεφάνια.

Τα χελιδόνια γλυκά-γλυκά

της άνοιξης καμάρια

στεφάνια πλέκουν κι αυτά

τις πόρτες να στολίσουν».


Τα στεφάνια τα κρεμούσαν στις εξώπορτες. Το πρωί της ίδιας μέρας οι ανύπαντρες κοπέλες έβγαζαν τα ρούχα του σπιτιού και τα ρούχα της προίκας τους έξω και τα άπλωναν όλη μέρα στον ήλιο. Παντού ακούγονταν τραγούδια και γέλια αυτή τη μέρα.

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

You are here: Home Χωριό πληροφορίες χωριού