Λεξικό Τοπικής διαλέκτου

Παρακαλώ επιλέξτε το γράμμα που θέλετε για να δείτε τις λέξεις:

Α

Β

Γ

Δ

Ε

Ζ

Η

Θ

Ι

Κ

Λ

Μ

Ν

Ξ

Ο

Π

Ρ

Σ

Τ

Υ

Φ

Χ

Ψ

Ω

 

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Α

 

Αβραγιά = η σειρά της σποράς στο χωράφι, η αυλακιά


Αγάνι = η κορυφή του σιταριού με το καρπό

Αγγάζικος =  πολύ  νευρικός

Αγγειό =  δοχείο , σκεύος κουζίνας

Αγκλώθκα = καρφώθηκα από αγκάθι

Αθημονιά =σωρός (από θερισμένο στάρι , ολόκληρη καλαμποκιά) για να μη βρέχονται

Ακουρμένομαι =  ακούω  με  προσοχή

Αλάνταβος =  απρόσεκτος

Αλάργα = μακριά

Αλαταριά = πέτρα με μεγάλη επιφάνεια που βάζουν αλάτι να τρώνε τα ζώα

Αλιμουριάζω = πνίγω κάποιον με τα χέρια

Αλισίβα = στάχτη με νερό για λούσιμο και καθαριότητα

Αλκοτίζω = εμποδίζω , σταματώ

Αλύχτισμα =  γαύγισμα  σκύλου  ή  αλεπούς

Αμούντι (έγινε) = εξαφανίστηκε

Άμπλας = νερό που αναβλήζει

Αμπούκα = μάγουλο

Αμπούριασε = γέμισε καπνό

Αναβάισα = έγειρα και έπεσα

Αναβερβέρξα = ανατρίχιασα

Αναδεχτός – ή = το βαφτιστήρι

Αναδοσιά = φόβος

Ανάκαρο = δύναμη

Αναμέρα = κάνε στην άκρη 

Αναπιάνω =ετοιμάζω το προζύμι

Ανάραχα = η κορυφή της ραχούλας

Ανασκλώθκα = έπεσα ανάσκελα

Ανατσουτσούρωσα =  ανατρίχιασα

Ανεβατίζω = ζυμόνω ψωμί σταρένιο


Αντάρα (κατικνιά) = ομίχλη


Αντράλα ή  ντράβαλος ή  ντράβαλα =  φασαρία

Αξίφωσα = χόρτασα

Απεριλόητος = βρωμιάρης

Απίστωμα = μπρούμητα

Απομόθκα = έπαθα ασφυξία

Από μούρτου = κατά πάνω

Αποξούλια = απ΄έξω

Απόστασα = κουράστηκα

Απουκουντριασμένο = χαζό , δεν καταλαβαίνει τίποτα , βρίσκεται στο κόσμο του

Άπουπούι = ( επιφώνημα σχετλιαστικό που δηλώνει έκπληξη )

Αποφαούρια = αποφάγια

Απστόμσα = γύρισα ανάποδα

Αργάζω = προετοιμάζω 

Αργανέλα = τριχιά

Άργητα = καθυστερήσεις

 

Αρίδα = πόδι , τρυπάνι 


Αρμάθα = πλέξιμο κρεμμυδιών και σκόρδων

Αρμαθιά = η σειρά


Αρούποτος = αχόρταγος


Αρτένομαι = δεν νηστεύω

Αρτμή = υπόλοιπο από το τυρί (υγρό)


Αστραποτσουκανάει = αστράφτει και βροντάει


Αστρέχα = το περιθώριο της στέγης που προεξέχει

Αυγατάω =  συμπληρώνω , προσθέτω

Αφανταλιά = ξάφνιασμα

Αφάντιασμα = σκιάχτρο

Άφτο =  άφησέ  το

Αχούλιασμα = ηχηρός μακρόσυρτος αναστεναγμός

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

 

 

Β


Βάβο = γιαγιά

Βαΐζω =γέρνω

Βάκισμα = χτύπημα

Βακούφικο = περιουσία της εκκλησίας

Βαρκό = τόπος με λίγο νερό

 

Βελανίδα = η βουβωνική χώρα (μασχάλη) των πίσω ποδιών του ζώου (των μπροστινών "λαγαρό").

Βερέμκο = στραβό,δεν είναι ίσιο

Βετούλι = κατσίκι που δεν χρόνιασε

Βιδούρα = ξύλινο δοχείο χωριτικότητας 20 οκάδων

 

Βίραγκας = σημείο του ποταμού όπου λιμνάζει το νερό

Βιτσέλα = δοχείο

Βολά = φορά

Βόρισμα = ψιλόχιονο

Βούγγα = παιδικό παιχνίδι θορυβώδες

Βούγγος = γρήγορα

Βούριαξε(η γουρούνα) = έντονη επιθυμία της γουρούνας για ζευγάρωμα

Βουτσώνω = θυμώνω

 

Βυζήλα = χοντρή φούρκα

 

Κορυφή σελίδας

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Γ

Γαζέπι = δυνατή βροχή , καταρρακτώδης

Γαλάρια = αυτή που έχει γάλα

Γαυρίδα = είδος δέντρου

Γεννήματα = δημητριακά

Γεννησούρι (γεννσούρ') = νεογέννητο

Γηροκόμιο = ηλικιωμένος άνθρωπος που χρειάζεται φροντίδα

Γιαννιώτης = ο βόρειος άνεμος

Γιατάκι = καλύβι

Γίκος = σορός από χοντρά ρούχα (φλοκάτες κ.ά.)

Γιόμα = πριν το μεσημέρι,κολατσιό

Γιουρούκι = ατσούμπαλος , φασαριόζος

Γκαΐλα =χαρακτηρισμός για κάτι πολύ μαύρο

Γκανιάζω = κλαίω γοερά , σκάω στο κλάμα, [ ισχύει και για τη δίψα...(γκάνιαξα) ].

 Γκερδένι = Δύο κρίκοι περιστρεφόμενοι για να μη στρίβει η τριχιά

Γκέσα = μαύρη γίδα

Γκορτζιά = αγριοαχλαδιά

Γκριντάλι = ο ψηλός άνθρωπος

Γλαβανή = το άνοιγμα στη ψευδοροφή

Γνολίθι = λιθάρι της γωνιάς

Γουμίδια = είδος μαγειρίτσας

Γούπατο = μέρος χωρίς θέα – βαθούλωμα, λέγεται επίσης και χουναβιά.

Γραβάλι = τσουγκράνα

Γράδα = μπλέξιμο , μονάδα μέτρησης αλκοόλ

Γράδωσα = έμπλεξα , πιάστηκα κάπου χωρίς τη θέλησή μου

Γρέκι = τόπος όπου κοιμούντε τα γίδια ή τα πρόβατα

Γρέντζελα = αγριοστάφυλα

Γρούμπιασα = καμπούριασα

Γρουμπούλι =εξώγκομα

Γρούσπα = εσοχή βράχου ή σπηλιάς.

Γωνιά = το τζάκι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Δ

 

 

Δημοσά = δρόμος για αυτοκίνητα


Διαβάζω (μτφ) = Διαβιβάζω , στέλνω


Διαλέγω = καθαρίζω, αποφλοιόνω

Διαούρτι = γιαούρτι

Διάσελο = ραχούλα

Διάστρα = εξάρτημα του αργαλειού

Διπλάρκα = δίδυμα

 

Δοκίθκα = Αναζήτησα κάτι όταν διαπίστωσα ότι μου έλειπε.

Δραγάτσι = ταγάρι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Ε

 

Εκειό = εκείνο


Εμεισκα ή Έμσκα = (παρατ. του ρήμ. "μένω")
έμενα


Έρμο = μοναχό

 

Κορυφή σελίδας

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Ζ


Ζα (τα) = τα ζώα

Ζάβατος = δάσος καστανιάς

Ζαγάρι = κυνηγόσκυλο

Ζαγκανάω = κουνάω

Ζαγκλαβάνι = ενοχλητικός

Ζαλίγκα = στη πλάτη

Ζαλίγκι = το φόρτωμα που μπαίνει στη πλάτη

Ζαράλι
= ελλάτωμα σωματικό ή νοητικό

Ζάφι = παράσιτο (κάτι σα σκουλίκι) που δημιουργείται στα ισχνά αρνοκάτσικα

Ζέχνω = βρωμάω

Ζήβα
= σβήσε

Ζητάει (η γίδα) = επιθυμία του ζώου για ζευγάρωμα

Ζιβζέκι
= μικροκαμωμένος

Ζιογκάνα = χαράδρα

Ζιουντίμι = βαρύ ξύλο χλωρό και στραβό

Ζλάπι ή ζουλάπι = άγριο ζώο ( κυρίως για λύκο )

Ζμάχια = παράσιτα (κυρίως δένδρων) που ευνοούνται από την υγρασία

Ζόδι = θυμός

Ζοριό (το) = η τρύπα κάτω από τον μύλο που ξεθυμαίνει η πίεση του νερού 

Ζούδι = ονομασία για ερπετά ή έντομα

Ζουμπρέκι
= πόμολο πόρτας

Ζούπα = πίεσε

Ζουχνάω = σπρώχνω


Ζυγάλετρα = ο εξοπλισμός των αλόγων για να οργώσουν ή να σπείρουν.


Ζυματούρα = είδος φαγητού

Ζώστρα = λουρί που ζώνουν το άλογο ή το μουλάρι ή το γαϊδούρι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Η

 

ΔΕΝ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠΟ Η

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Θ

 

Θειαμένομαι = απορώ μαζί σου

Θερμοτσούκλιασα = πόνεσα

Θερστής = ο μήνας Ιούνιος

Θράκα = αναμένα κάρβουνα

Θρασίμι = ψοφίμι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Ι

 

Ίγκλες = ειδικές λουρίδες που μπαίνουν στα πόδια άγριου αλόγου για ημέρωμα

 

Ιδιάζω = ετοιμάζω το νήμα για τον αργαλειό

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Κ

Κάηκε (η γίδα) = δεν αρμέχτηκε έγκαιρα

Κακαράντζες = τα«κακά» της γίδας ,του λαγού

Κακατσίδα = βελανίδι από δέντρο

Καλέσματα = τα προσκλητήρια

Καλκάνι = η δοκός που στηρίζει τα επίπεδα της σκεπής εκεί όπου σχηματίζουν τον κορφιά (κορυφογραμμή)

Καλοπίχερα = εύκολα

Καλοσκέρσα = πρωτοδοκίμασα γεύση από τη νέα σοδειά

Καλυβοσφύρι = το σφυρί που πετάλωναν τ ’ άλογα.

Καμούτα = θεατρινισμός ,νάζι

Καναβιά = τριχιά

Καναρά = μέσος όρος

Κανούτος = σταχτής (συνήθως για ζώα)


Καπίστρι = τα ινία του αλόγου.


Καραούλι = παρατηρητήριο ,σκοπιά

Κάργας = παλικαράς

Καρδελάγκος = λάρυγγας

Καρκαλέτσι = κοκίτης (καθ. κοκκύτης), ασθένεια με πολύ βήχα

Καρκανιδιάζω = καίγομαι πολύ

Καρκολόιμα = κακάρισμα κότας

Καρκώθκα = στραβοκατάπια ,μου στάθηκε κάτι στο λαιμό

Καρούτα = ξύλινο δοχείο για τα σταφύλια

Καρόφλα = τα φύλλα της καρυδιάς


Καρποστάλι = κάτι πανέμορφο (χαϊδευτική λέξη)


Κασαβέτι = πρόβλημα ,στενοχώρια

Καταγάργαλα = κορυφή ,κατακόρυφα

 

Καταή = κάτω.


Κατακέφαλο = καρπαζιά

Καταντιά = καλή κατάσταση , ξεπεσμός

 

Κατασάουρα = τελείως κάτω, στο χώμα

 

Κατάσαρκα = κάτι που φοριέται κάτω απ τα ρούχα, έχει επαφή με τη σάρκα.


Καταχεριάζω = χτυπάω με τα χέρια


Κατικνιά (αντάρα) = ομίχλη


Κατκιά = στάβλος , καλύβι

Κατσαπλιάς = ο αδιάφορος

Κατσούλα = κουκούλα


Καχριμάνης (καχριμάνς) = ο σπουδαίος

 

Καχριμάνσα = η σπουδαία


Κεφαλάρι = το ακαλλιέργητο τμήμα μεταξύ δύο χωραφιών

Κεφαλαριά = πονοκέφαλος

Κεφτεντές = κομμάτι ξύλο για τεμάχισμα κρέατος

Κίκαρη = φλυτζάνι του καφέ

Κιλμπάσια =έντερα και στομάχι

Κιό = ναι αλλά όμως , μα αφού

Κλαπατσίγκανα = τα μουσικά όργανα ορχήστρας πανηγυριού (συμπεριλαμβανομένης και της μικροφωνικής)

Κλιορεύω = κοιμάμαι

Κλιτσνάρια = πόδια

Κλοτσοτύρι =παράγωγο ξυνόγαλου

Κόθρος = γωνία , τα ακριανά κομμάτια πίτας ή γλυκού που ακουμπούν στο πλάι του ταψιού

Κοκκόσες = καρύδια

 

Κολοκαθιά = βαθύ κάθισμα , χορευτική φιγούρα

Κολοκούρσμα = κούρεμα προβάτου

Κοντό = πουκάμισο

 

Κοπά = κόβω δρόμο , ακολουθώ συντομότερη διαδρομή

 

Κορκόζα = κεφάλ ι(λίγο μεγάλο).

 

Κορύτος = η ταΐστρα του γουρουνιού


Κορφίγκι = το πρώτο γάλα (χοντρό)

Κοτάω = τολμώ

Κότσαλο = το κοτσάνι που μένει όταν ξεσπυριστεί το καλαμπόκι

Κουζιλίμι = κατσίκι ατίθασο

Κουκουμέλες = μανιτάρια

Κουκουμελιώμαι = πηδάω για να φτάσω κάτι

Κουμάσι = το σπιτάκι του γουρουνιού

Κουντράω = χτυπάω ή σπρώχνω με το κεφάλι

Κουρδουμπούλι = σβόλος

Κουρκουζώητος = αυτός που ζεί πολλά χρόνια

Κουρκούλια = μικρές πέτρες

Κούσαλο = καταβεβλημένος άνθρωπος, γέροντας

Κουσεύω = περιπλανιέμαι

Κουσί = γρήγορα

Κουσούλτο = σχέδιο

Κουτέλι = σκυλί που τριγυρίζει άσκοπα

Κουτιρίτσα = μικρή σαύρα σκουρόχρωμη

Κουτσάνα = γυναικεία κοτσίδα

Κούτσκο = μικρό


Κουτσοκεφαλίσκα = Δεν μπορώ να κρατήσω το κεφάλι μου όρθιο (συνήθως από νύστα)


Κουτσοπέτσαλος = χάβρα , σαματάς

Κραίνω = φωνάζω

Κραμποκούκι = είδος ψωμιού με καλαμποκίσιο αλεύρι

Κρεμάδα = ολοκλήρωση εργασίας (απαλλαγή), αρμαθιά καλαμποκιού κρεμασμένη

Κρεμαντζουλίστκα = κρεμάστηκα  από τα χέρια


Κρεμαστάλω = ενα σιδερικό που κρεμούσαν την κατσαρόλα για να βράσουν φαγητό.


Κριτσιανάω = τρίζω

Κριτσίλωσε = στράβωσε

 

Κτσούμπ' = το κομμάτι του κορμού που μένει στη γη μετά το κόψιμο του δέντρου

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Λ

 

 

Λαβέματα = παιδικό παιχνίδι .... το γνωστό σε όλους "κυνηγητό".

 

Λάγανο = βράχνιασμα από δυνατές φωνές ή πολυλογία

Λαγαρίζω = ξεκαθαρίζω, στραγγίζω, φιλτράρω

Λαγαρό = η βουβωνική χώρα (μασχάλη) των μπροστινών ποδιών του ζώου (των πίσω "βελανίδα").

Λάγκεψα = ξαφνιάστηκα

Λαγκιόλι = ελλάτωμα 


Λαΐνα = πήλινο δοχείο

Λάκα = επίπεδο τμήμα εδάφους

Λακάω = φεύγω γρήγορα

Λαουτιάζω = λουφάζω

Λάρωσε = ησύχασε , μη μιλάς

Λατζοκόβω = ανυπομονώ

Λατσούδα = κλαδί από έλατο

Λειανοφάσλα = φασόλια μικρά ( αμπελοφάσολα)

Λειάνσα = τεμάχισα

Λέσιο = αδύνατο ζώο

Λιμασμένο = το πολύ πεινασμένο

Λιόκια = όρχεις

 

Λιουγκρίζω = ίσα που βλέπω , μόλις που διακρίνω

 

Λισγάρι = πολύ ψηλό

Λιτάρι = σχοινί


Λμάκι = κομμάτι ξύλου πολύ ίσιο


Λοιμπά = τα λιόκια

Λούρα = βέργα

Λτσέκι = μονάδα βάρους (20 οκάδες) κυρίως για δημητριακά

Λυκοτίνια = μικρά αρνιά

 

Λώβα = λέπρα , μτφ. η βρωμιά

 

Λωβιάζω = μτφ. βρωμίζω, μαγαρίζω

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Μ

 

Μακελεύτηκα = χτύπησα πολύ άσχημα


Μακροσκοινάω = δένω κάποιο ζώο με πιο μακρύ σχοινί να βοσκήσει περισσότερο.


Μαλτέζικο = καλή ράτσα αμνοεριφίων

Μανάρι = αρνάκι που έχει ιδιαίτερη περιποίηση

Μαναφλίκια = κουτσομπολιά


Μάνταλος = αυτοσχέδιος μηχανισμός να κλίνει η πόρτα.


Μαξούμι = μικρό παιδί

Μαργώνω = κρυώνω

Μαρκάλος = ζευγάρωμα ζώων

Μάσια = μεταλλικό εργαλείο που χρησιμοποιούμε για τη φωτιά στο τζάκι

Μάσινα = καλύβα

Ματσαραγγιά = ξεγέλασμα , εξαπάτηση , κοροϊδία , παραπλάνηση , εμπαιγμός ,

Ματσάστκα = δέχτηκα μεγάλη πίεση

Μαυλάω = καλώ το ζώο να έρθει κοντά μου

 

Μντζούρα = η άσχημη (μτφ)

Μόλογο = ρεζίλι


Μολφίδα = δείγμα (π.χ. μπήκ' η αλεπού στον κοτέτσο και δεν έμεινε μολφίδα από κότα)


Μουζίλι = χλωρό βαρύ ξύλο

Μούκλο = μάγουλο , αμπούκα

 

Μουλαΐμκος = Άνθρωπος ήρεμος, πράος,συμβιβαστικός,(χαρακτηρισμός και για ζώα)


Μούλκι = χωράφι

Μουνούχι = το τεχνικά στειρωμένο

Μουτλάκου = οπωσδήποτε , χωρίς άλλο , σώνει και καλά

 

Μόχαλο = πέτρα

Μπάλα = μέτωπο , κούτελο ,(μι βάρσει ου ήλιους κατάμπαλα)

Μπαλατσάρσα = παλάβωσα

Μπαρμπουλωμένος = καλυμμένος, σκεπασμένος στο κεφάλι

Μπαχλατάω = πολυλογώ (λέω πολλά χωρίς αξία)

Μπερμπεκάω = ξεδιαλέγω ,ψάχνω γύρω  από τα δένδρα για καρπούς πεσμένους κάτω (καρύδια, κ.ά.)

Μπικιόνι = τσίγκινο ποτήρι

Μπιρμπελόνια = είδος φαγητού (ζυμαρικό)

Μπιτ = καθόλου

Μπιχτιά = πολύ απότομη κατηφόρα

Μπλαθρί = χοντρό

Μπλαντζάστκα = ανταμώθηκα

Μπλιόρι = τράγος από ενός έως δύο ετών

Μπλιτσανάω = χτυπάω με τα πόδια το νερό


Μποτεινό η Πουτινός= το πατάρι , ο χώρος ανάμεσα στο ταβάνι και τη σκεπή


Μπούγλα = μεταλλικό δοχείο λαδιού

 

Μπούζιακας = πολύ ζεστό

 

Μπουρδόνι = κάποιος με παχουλό πρόσωπο (στρουμπουλός)


Μπουρμπουτσέλι = γενικά τα άγνωστα μικρά έντομα

Μπουχός = σκόνη

Μπράσκα = πολύ μεγάλος βάτραχος

Μπρέτσικος = ο ευέξαπτος άνευ λόγου και αιτίας

Μπρίζω = κλαίω δυνατά

Μπριντζλίνες = το χαλαρό δέρμα το πλαδαρό

 

 

Μπχαροποδιά = ύφασμα που τύλιγαν γύρω-γύρω το τζάκι ...

 

Μπχούστης = το παζάρι

Μστόβλακος = χαζός


Μτσούνια =πρόσωπο


Μχαρί = (μουχαρί) η καμινάδα εσωτερικά

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Ν

 

Νάμου = δώσε μου

Νείλα = πανωλεθρία , καταστροφή

Νικροσκούτ = σάβανο, (μεταφ. ο άχρηστος)


Νίφκα = πλύθηκα


Νογάω = καταλαβαίνω

Νόρλος = ουρά

Ντάβανος = είδος εντόμου


Νταϊάκι = φούρκα


Νταλάκι = σαμιαμίδι

Ντελικάδα = φάρυγγας

Ντιβικέλης = πλούσιος

Ντιπ = με όλη τη σημασία της λέξεως , στη κυριολεξία

Ντορβάς = ταγάρι υφαντό

Ντορός = ίχνος

Ντουρλώνω = στήνω

Ντράβαλος = φασαρία

Ντρόχαλα = χοντρές πέτρες

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Ξ

 

Ξαγάρι = αμοιβή του μυλωνά από το άλεσμα

Ξάγναντο = ξέφωτο

Ξάι = ένα φορτίο ίσο με το φορτίο ενός φορτηγού ζώου(80 οκάδες)

Ξαμώνω = τεντώνω το χέρι μου για να χτυπήσω κάποιον

Ξεζάρκοτος = γυμνός


Ξεκάμπισα = εμφανίστηκα ξαφνικά μπροστά σε κάποιον


Ξεκλέτζωνος = πολύ ψηλός

Ξεκλιτσινιάστκα = άνοιξαν πολύ τα πόδια μου

Ξελαμπαδιάζω = φανερώνω , αποκαλύπτω , δημοσιοποιώ πράξεις κάποιου ενώπιόν του

Ξεμουτόχου = επίτηδες , αποκλειστικά ,επί τούτου

Ξεμπριστουριάστκα=(μεταφ.) ο έμμετος,έβγαλα τα συκότια μου

Ξεμτσουνιάσκει=χτύπησε πολύ στο πρόσωπο

Ξενιτάρω = τελειώνω

Ξεντεργάνω = ξεμπερδεύω

Ξεντραχτώθκα = διαλύθηκα


Ξεπορδαλιάσματα = λέξη η οποία έχει την ίδια έννοια με το "κύκνειο άσμα"!!


Ξέρακας = ξερό δέντρο

Ξεσκλίστκα = έσκισα τα ρούχα μου

Ξεστρίφτκα = εξαντλήθηκα

Ξετσαουλιάστκα = μου φύγαν τα σαγόνια απ’ το χασμουριτό

Ξετσιώνιασε = αλήτεψε

Ξιμπλέτσοτη = η προκλητικά ντυμένη από τη μέση και πάνω

Ξιτσαρνίζουμι = εξουθενώνομαι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~



O

 

Οβολιός = σωρός από πέτρες

Οδίζω = μοιάζω με άλλον

Ορσίδα = κανάλι στη πλαγιά του βουνού από το οποίο μετά από βροχή ή χιόνι  παρασύρονται πέτρες,κορμοί δέντρων κ.ά

Ουβάσ(ου) = σώπασε ,μη μιλάς ,λάρωσε
 

Ουλουένα = πάντοτε

Ουλουμία = μονομιάς

Ούρδα = διάρροια

Όχτος = φυσικό χωμάτινο αντέρεισμα (ένας μικρός γκρεμός)

Όψιμο = άργησε να ωριμάσει

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Π

 

Παλαντζίκι = εξάρτημα του εξοπλισμού (ζυγάλετρων)

 

Παλιοσπόρια = είδος φαγητού

Παπαδέλες = καθαρισμένα κάστανα ψημένα ή βρασμένα

 

Παραβέλαξα = ούρλιαξα απ' τον πόνο

 

Παραβολιάζω = κρατάω τα ζώα στις άκρες του χωραφιού να βοσκήσουν (να μη φάνε τα σπαρτά).

 

Παρακαλιά = αλληλοβοήθεια


Παραμάζωμα = παίρνω κάποιον σπρώχνοντας βίαια, τον ισοπεδώνω.

 

Παραπήρα = έκανα κάτι κατά λάθος.


Παρασάνταλος = ανάπηρος ,γενικά αυτός που έχει άσχημη όψη

Παρασόλησα = φοβήθηκα απότομα ,τρόμαξα

 

Πατήκια = πλεκτές χοντρές κάλτσες

 

Πατλιά = μεγάλο αγκάθι που μπαίνει στα πόδια

Παχνί = ταΐστρα

Πεδιλόγα = το σχοινί με το χοντρό πανί που μπαίνει στη πλάτη για το ζαλίγκομα


Περδικλώθκα = παρεμποδίστηκα από κάτι και έπεσα


Περδικούλα(μεταφ.) = ψυχή , (το λέει η περδικούλα του)

 

Περιούδα = τα έμμηνα

Περονιάζω = διαπερνώ

Πέτρα = το φύλλο της πίτας ή του μπακλαβά

Πετρόβεργο = το ξύλο για το άνοιγμα φύλλου πίτας ή γλυκού , ο μπλάστρης


Πετσούρι = μικρό κομμάτι καλλιεργήσιμης γης


Πιστρώνομαι = κάθομαι

Πλακανίδα = επίπεδη πλάκα μεγάλων διαστάσεων

 

Πλακίδα = νεαρή κότα

Πλαστός = χορτόπιτα με ζύμη καλαμποκάλευρου

Πλαχούρας = αυτός που έχει μεγάλα αυτιά

Πλίματα = υπολείματα φαγητού

Πλόχερο = χούφτα του ενός χεριού

Πολιτσάνισσα = γυναίκα της πόλης

Πόντζι = ρόφημα για το κρυολόγημα (ζεστό τσίπουρο με ζάχαρη)


Πόρος = δυσμενής εξέλιξη (περίμενε και θα ειδείς τι πόρο θα πάρει)


Πουλουποδιά = σαρανταποδαρούσα

Πούντα = κρύωμα

Πουρδάλες = μυρμήγκια

Πουριά = μικρό πέρασμα για ζώα

Πουτινός η Μποτεινό = το πατάρι , ο χώρος ανάμεσα στο ταβάνι και τη σκεπή

Πουτσαρίνα = γεροδεμένη δραστήρια γυναίκα

Πουτσαρούλας = απαξιωτική προσφώνηση σε άντρα

Πρατίνα = προβατίνα

Πρατόγαλο = γάλα προβατίνας

Πρέντζα = κλωτσοτύρι


Πριάκονο =λίμα ή λιμάρι.


Πρίσκαλα = άγρια σύκα

Προγκάω = τρομάζω ένα ζώο για να φύγει

Πρόπσα = πρόλαβα

Προσλαΐνω = βυζαίνω τα μικρά αρνιά

 

Προύτσαλα = προσανάμματα (τσάκνα)

 

Πρώιμο = ωρίμασε πριν την ώρα του

Πτιά = στομάχι μικρού αρνιού ή κατσικιού που δεν έχει δεχτεί άλλη τροφή εκτός από γάλα

Πυρουμάδα = φέτα καλαμποκίσιου ψωμιού ζεσταμένη στο τζάκι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Ρ

Ραγοβύζι = μπιμπερό

Ρακογυάλι = μικρό γυάλινο ποτηράκι για κέρασμα

Ρασεύω = τριγυρίζω

 

Ρεντζούκλι = Παλιό ύφασμα, άχρηστο, για πατσαβούρα.


Ριγανέλα = είδος τριχιάς

Ρικουμανάω = φωνάζω δυνατά, (από το ρέκος) ρεκάζω.


Ριπιτσιούνι = βρώμικο , πολύ λερωμένο


Ρογκαλιάστκα = τρυπήθηκα από κομμάτι ξύλου

Ρόκα = καρπός καλαμποκιάς

Ροκιά = φυτό καλαμποκιάς από το καρπό και πάνω

Ρούσσα = κοκκινόξανθη

Ρουχνάω = ροχαλίζω

Ρυμουσέλι = έρμο , χωρίς αφέντη - κύριο

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Σ

 

Σαγάνι = τσίγκινο πιάτο , τηγάνι

Σαδέ = ειδάλλως

 

Σακαΐ = ασθένεια πνευμόνων των αλόγων


Σακοτρύπι = αγκάθι

Σαλαγάω = κατευθήνω το κοπάδι

Σαλιβάρι = ξύλο που τοποθετούσαν στο στόμα του κατσικιού για να μη βυζαίνει

Σαούριασε = σώπασε , βγάλε το σκασμό

Σαρμανίτσα = κρεβάτι βρέφους (κούνια)

Σαρώνω = σκουπίζω

Σβάρνα = εργαλείο του ζευγολάτη

Σβαρνίστκα = σύρθηκα

Σβόερας = δραστήριος , ανήσυχος

Σβουνιά = ακαθαρσία (τα κακά) της αγελάδας


Σγανζίκι = ιδιότροπος-στρεβλή προσωπικότητα.


Σεπέτι = μπαούλο

Σέπωμαι = σαπίζω

Σερκό = αρσενικό

Σερμπούνι = κρυολόγημα

Σέρπετο = σαύρες , σκορπιοί ,γενικά τα πολύποδα


Σιαηλός = χάχας ,βλάκας.

 

Σιαμτελός = ολιγόμυαλος,χαζός.


Σιαχλασμένο = χαλασμένο

Σιλπί = ψαροπαγίδα (κυρίως για πέστροφες )

Σιμά = κοντά

Σκαμνιά = μουριά

Σκαμπασιά = σκελετός

Σκαπετάρσα = ξέφυγα


Σκαρσμένο = τρελό-φευγάτο


Σκερεύω = Τακτοποιώ, νοικοκυρεύω

Σκέριο = νοικοκυριό

Σκιάζομαι = φοβάμαι


Σκιζάρι = ξύλο σκισμένο για πάσσαλος(Συνήθως από κέδρο ή καστανιά).


Σκλέντζα = παιδικό παιχνίδι


Σκλιμπόνια = έντομα


Σκορδομπάτσος = παιδικό παιχνίδι

Σκούπρα = σκουπίδια

Σκρούμπος = καμμένο


Σλουή = σκέψη -συλλογισμός


Σομπολιάζω = ταιριάζω

Σούμπρα = καρυδόψυχα

Σουργούνι = ξευτιλισμός ,ρεζίλεμα ( σέδιο )

 

Σουρίζω= δίνω σημασία, υπολογίζω.


Σούρλα = η μύτη του γουρουνιού

 

Σουρλοκάλυβα = πρόχειρες βλάχικες στρογγυλές καλύβες από άχυρα ,φτέρες ή βούρλα

Σούτα = γίδα χωρίς κέρατα

 

Σουτέρεψα = σκότωσα (κυρίως ερπετό)


Σπάπι = αιδοίον

Σπλόνι = είδος χόρτου με φαρμακευτικές ιδιότητες

Σπρούχνη = η στάχτη με αναμένα κάρβουνα

Σταλικομένος = καθηλομένος

Στάλος = σκιερό μέρος που κάθονται τα πρόβατα το μεσημέρι

Στέρφος–α = στείρος-στείρα

Στεφάνι = γκρεμός

 

Στιβάλια = παπούτσια

 

Στουμπιά = πέτρα για πετροβόλημα

Στουμπίστκα = δέχτηκα μεγάλη πίεση , ματσάστκα

 

Στρουπίτσι = ξύλο κομμένο μακρύ και ίσιο( συνήθως ελατήσιο ).

 

Συγχαρίκια = αμοιβή σε κάποιον που φέρνει καλά νέα

Συμπράγκαλα = αποσκευές

Συνγκεριάζω = τακτοποιώ

Συντελεύτκα = καταστράφηκα πλήρως


Σύπραγος = άναυδος , έκπληκτος ή και ήσυχος


Συρμή = κρυολόγημα

Σφαλαγγούδια = αράχνες


Σφεντζώνω = κατασκευάζω "τοιχοποιία"  με πλέγμα κλαδιών


Σφίχτκα = έτρεξα

Σφούνι = το ακροφύσιο η απόλυξη της κάναλης του νερόμυλου

 

Σών' ή Σώνει = φτάνει , σταμάτα

 

Κορυφή σελίδας

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Τ

 

Τάβλα = τραπέζι

Ταπίστομα = μπρούμητα

Ταχειά = αύριο

Τένγκι = ξύλινη κατασκευή που χρησιμοποιείται για τη συσκευασία του τριφυλλιού σε δέμα (μπάλλα)

 

Τζόρας = ανόητος


Τζούφλια = μάτια

Τλουπώνομαι = τυλίγομαι με ρούχα-σκεπάσματα

Τλώθκα = σφίχτηκα

 

Τούζι = μπόρα


Τραγαζίκα = Το τομάρι που άδειασε από τυρί,(μεταφορικά κάτι άχρηστο).


Τρανός = μεγάλος

Τραπέτσι = ξινό

Τράω = κοιτώ ,βλέπω

Τριβαλιάζω = τσακίζω

 

Τριμτάνα= τρεμούλα

 

Τριφτάρι = πέτρα ποταμίσια που τη χρησιμοποιούν για να τρίβουν αλάτι κ.ά.


Τριψιάνα ή τρίψα =  κομμάτια ψωμιού τριμμένα μέσα σε πιάτο με γάλα


Τσακατόρα = εργαλείο που προκαλεί θόρυβο για να απομακρυνθούν επιβλαβή ζώα από το χωράφι (μεταφ. η πολυλογού γυναίκα , η γλωσσοκοπάνα)

Τσακνάκι = μικρό πολύ λεπτό κλαράκι

Τσακναρίδα = αυτή που έχει πολύ λεπτά πόδια

Τσακτσίρα = παντελόνι παραδοσιακής στολής

Τσαλακατιώνται = λογομαχούν έντονα

Τσαλαφούτι = παράγωγο πρόβειου γάλακτος

Τσαντίλα = πανί για το στράγγισμα του τυριού

Τσαούλι = η κάτω γνάθος


Τσάρκος = χώρισμα του στάβλου για αρνιά ή κατσίκια.(να μη βυζαίνουν)

 

Τσαρναράει = ίσα που τρέχει(το νερό στη βρύση ή στ' αυλάκι)

 

Τσαρπάλι = Αυτό που μένει στο δέντρο όταν κόβουμε ένα κλωνάρι

 

Τσαρπνιά = το αγκάθι από το δένδρο της γκορτζιάς


Τσατμάς = διαχωριστικό δωματίου από άχυρο , λάσπη και ξύλα

Τσάχαλο = σκουπίδι

Τσέργα = φλοκάτη

Τσέρμιασμα = μούδιασμα

Τσιακλατάω = χτυπάω τα αυγά

Τσιαμπαλούκια = μαλλιά


Τσικροπελεκάω = πελεκάω κάτι με τσεκούρι έτσι στα χαζά να περνάει η ώρα.


Τσιλόνι = άχρηστο ρούχο


Τσιμπλοκούκι = λυχνάρι

 

Τσιόκαλα = τα φλούδια απ' τα καρύδια ή τα φασόλια, κομμάτια πέτρας για σφήνες

 

Τσιουπλεντάρα = είδος πτηνού

Τσιουφτελίτης = γρουσούζης

Τσιριγκούλι = ξεσκισμένο ρούχο


Τσίτουσα ή αξίφωσα = χόρτασα


Τσιτσικώνω = σκάω στο κλάμα

 

Τσλαφιάζω = τρομάζω από ξάφνιασμα

 

Τσοκάνισμα = τρόπος στειρώσεως ζώου

Τσόκος = …ανδρικό μόριο

Τσόλι = χαλί υφαντό από μαλλί τράγου ή γίδας

 

Τσουγγανάω = χτυπάω

 

Τσούκνα = το κολλημένο φαΐ στη κατσαρόλα

Τσούμα = ο βολβός της ρίζας του ερυκόδενδρου

Τσουμαλίζω = τρώω

Τσουμανίκι = μπαστούνι

Τσουπελάκα = πράσινη σαύρα

Τσουρέπια = κάλτσες χοντρές πλεκτές

Τυρολόγος = ασκί γεμάτο τυρί

Τφάνι = περαστικό ψιλόβροχο ή μπόρα της στιγμής

Κορυφή σελίδας

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~



Υ

Ύστερη = τελευταία

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~



Φ

 

Φακιόλες = είδος καλαμποκιού (ποπ-κορν)

Φάκλα = πολύ ζέστη

Φανέστρα = μικρό παράθυρο πάνω στο ήδη υπάρχον (φινιστρίνι)

Φαρφάλα = φουσκάλα στο δέρμα

Φερνό = ανοιχτό


Φερφερένιο = πιάτο από πορσελάνη(όχι τσίγκινο).


Φιλεύω = κερνώ

Φιλί = κομμάτι

 

Φιλιρούδια = σκισμένα ρούχα, ρετάλια, κομματάκια.

 

Φιοκόβει = θερίζει (το κρύο)

Φκάρι = κέλυφος

Φκαροβύζα = με μεγάλες θηλές (κυρίως για γίδα)

Φλάτο = παλαβομάρα

Φλέσερα = πεσμένα φύλλα από δέντρα του λόγγου

Φλιά = δώρο

Φλιντούρξε = πέταξε στον αέρα

Φλιντράω = πετάω

Φόλι = το αυγό που αφήνουμε στη φωλιά της κότας

Φόντα = από τότε

Φουρδακλιάσκα = κάηκα

Φρεντάσι = νάζι

Φταίξος = ο υπαίτιος , αυτός που φταίει

 

Φωτίκια = τα δώρα του νονού ή της νονάς

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Χ

 

Χαβελές = σωρός πέτρες ,βαρύ φορτίο

Χαλεύω = ζητώ

Χαμοκέλα = μικρή σε ύψος καλύβα

Χαμοκέρασο = αγριοφράουλα

Χαμχούϊας = ηλίθιος ,χαζός

Χανάκα =ξύλινη τριγωνική κατασκευή στο λαιμό του γουρουνιού που το εμπόδιζε να περνάει από τους φράχτες

Χατήλι = η γωνία που σχηματίζετε από τη σκεπή και τον τοίχο εσωτερικά του σπιτιού

Χαύδα = στάση καθήμενης γυναίκας( με ανοικτά τα πόδια).

Χειμαδιά = τόπος που συγκεντρώνονται τά κοπάδια το χειμώνα

Χλιάρι = κουτάλι

Χλίβομαι = βασανίζομαι

Χλιμάρες = δουλειές

Χλιμένος = βασανισμένος ,κακομοίρης

Χνέρι = ρεζιλίκι

Χόβολη = ζεστή στάχτη

 

Χούι = κακή συνήθεια , ιδιοτροπία


Χουϊάζω = φωνάζω δυνατά , μαλώνω

 

 

Χουχτάω ή χουχουτίζω = φωνάζω για να διώξω τα άγρια ζώα

Χυμονικό = το καρπούζι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Ψ

Ψαρί = γκριζωπό

Ψες = εχθές

Κορυφή σελίδας

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Ω

 

ΔΕΝ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠΟ Ω

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

κόβω δρόμο , ακολουθώ συντομότερη διαδρομή
You are here: Home Οικισμοί Παλαιόμυλος Χωριό πληροφορίες χωριού Λεξικό Τοπικής διαλέκτου