Ξενιτιά

ΞΕΝΙΤΙΑ

Στο χωριό η ζωή ήταν πάντοτε δύσκολη. Οι οικογένειες αποτελούνταν από πολλά άτομα και οι ανάγκες τους ήταν μεγάλες. Τα χωράφια ήταν μικρά και λιγοστά και οι σοδειές τους ήταν μικρές. Ούτε η γεωργία ούτε η κτηνοτροφία ήταν αρκετές για να τους βοηθήσουν. Έτσι αρκετοί αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν για να αναζητήσουν καλύτερη τύχη.

Οι περισσότερες αποδημίες παρουσιάστηκαν στη δεκαετία του ’60. οι χώρες στις οποίες πήγαιναν ήταν η δυτική Γερμανία, η Αμερική, η Αυστραλία. Πολλοί έμενα για ένα διάστημα, αποκτούσαν κάποια χρήματα κι επέστρεφαν στην Ελλάδα. Λίγοι γύριζαν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Οι πιο πολλοί πήγαιναν να εγκατασταθούν σε πιο εύπορα μέρη.
Ο πόνος για τους ξενιτεμένους ήταν μεγάλος. Πολλοί για να βρουν παρηγοριά τραγουδούσαν για τους ξενιτεμένους και την ξενιτιά.

1ο

« μη με στέλνεις μάνα μ’

στην Αμερική

γιατί θα μαραζώσω

θα πεθάνω εκεί.

Μη με δέρνεις μάνα μ’

με τ’αργαλειού τ’αντί

και ‘γω θα πάω να πάρω

το γιο του Νικολή ».


2ο

« ποιος έχει πέτρινη καρδιά

καρδιά να μη ραΐσει

να πάει να πει της μάνας μου

να μη με περιμένει.

Μάνα με πήρε ο ποταμός

με πήρε το ποτάμι.

Μη κλαις μανούλα μου γλυκιά,

μη κλαις κι αναστενάζεις

εγώ φυλάω τα βουνά

τα έρημα τα ξένα».


3ο

« Μαύρο μου χελιδόνι

άσπρο μου περιστέρι

χαμήλωσ’τα φτερά σου

να φιάξω μια γραφή

να στήλω της καλής μου

να μη με καρτερεί.

Εδώ στα ξένα που’μαι

εδώ παντρεύτηκα.

Πήρα γυναίκα φράγκα,

μάγισσα πεθερά ».


4ο

« τί με κοιτάς που γέρασα

κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου

και με φωνάζεις γέροντα

εγώ γέρος δεν είμαι.

Με γέρασαν τα βάσανα

της ξενιτιάς οι πόνοι.

Έχω πολλά παράπονα

και θα τα φάει το χώμα.

Εγώ λεφτά δεν βάσταξα

για τα γεράματά μου.

Μου τα ’φαγαν οι έμορφες

κι αυτές οι μαυρομάτες ».


5ο

« Γλυκοχαράζουν τα βουνά

κι ο αυγερινός τραβιέται.

Βρίσκω μια κόρη που ‘πλενε

σε μαρμαρένια γούρνα.

Τη χαιρετώ, δε μου μιλεί

της κρένω, δε μου κρένει.

- Κόρη για βγάλε μου νερό

να πιω και ’γω ο κι ο μαύρος μου

και το λαγωνικό μου.

Σαράντα σύκλους (=κουβάδες) έβγαλε

στα μάτια δεν την είδα

και πάνω στους σαράνταδυο

τη βλέπω δακρυσμένη. ]

- Γιατί δακρύζεις λυγερή

και βαριαναστενάζεις;

Μήπως πενάς, μήπως διψάς

μην έχεις κακιά μάνα;

- Ούτε πεινώ, ούτε διψώ

ούτε έχω κακιά μάνα.

Έχω άντρα στην ξενιτιά

και λείπει δέκα χρόνους.

Στη μια, στις δυο τον καρτερώ

κι άμα δε ’ρθει κι αν δε φανεί

καλογριά θα γένω.

Θα πάω σε έρημο βουνό

να χτίσω μοναστήρι

και στο κελί θ’ ασφαλιστώ

και θα μαυροφορέσω.

Εμένα θα τρων’ τα βάσανα,

η ξενιτιά τον άντρα μ’.

- Κόρη μ’ ο άντρας σου πέθανε

κόρη μ’ ο άντρας σου χάθηκε.

Ψωμί, κερί του μοίρασα

και είπε να πληρώσεις.

- Ψωμί, κερί κι αν μοίρασες

διπλά να σε πληρώσω.

- Κόρη μ’ εγώ είμαι ο άντρας σου,

εγώ είμαι ο καλός σου.

- Αν είσαι εσύ ο άντρας μου,

αν είσαι ο καλός μου,

δείξε σημάδια της αυλής

και γω να σε πιστέψω.

- Έχεις μηλιά στην πόρτα σου

και κλίμα στην αυλή σου

που κάνει σταφύλι ροζακί

και το κρασί μοσκάτο.

- Διαβάτης ήσουν και είδες

και λες και μολογάς.

Πες μου σημάδια του σπιτιού

και τότε θα πιστέψω.

- Ανάμεσα στην κάμαρη

χρυσό καντήλι ανάβεις

και βλέπεις και στολίζεσαι

και πλέκεις τα μαλλιά σου.

- Αυτά είναι σημάδια του σπιτιού

που ξέρει ο κόσμος όλος.

Πεσ’ μου σημάδια του κορμιού

και τότε θα σε πιστέψω.

- Ελιά έχεις στο στήθος σου

ελιά και στη μασχάλη.

- Εσύ είσαι ο άντρας μου

εσύ είσαι ο καλός μου! ».

 

<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

You are here: Home Οικισμοί Λαμπίρι Λαμπίρι Χωριό πληροφορίες χωριού Ξενιτιά